Όπως γράψαμε σε προηγούμενο αναλυτικό ρεπορτάζ, το πεδίο της απεξάρτησης έχει υποστεί σαρωτικές αλλαγές, εξαιτίας της νομοθετικής ρύθμισης, η οποία οδήγησε έναν περίπου χρόνο πριν στην ίδρυση του ΕΟΠΑΕ και στη συνένωση των θεραπευτικών προγραμμάτων. Μέσα σε αυτό το διάστημα, ανακινήθηκαν και οι καταγγελίες για κακοποιητικά περιστατικά στο (πρώην) ΚΕΘΕΑ, οι οποίες, ωστόσο, δεν είναι καινούργιες.
Το θέμα «άνοιξε» για πρώτη φορά πριν από έξι χρόνια, όταν ο κ. Γρηγόρης Βαλλιανάτος είχε κάνει λόγο για «απάνθρωπες», «εξευτελιστικές» και «ανάρμοστες» θεραπευτικές μεθόδους. Όπως υποστηρίζει ο ίδιος, το 2019, οπότε και εξελέγη πρόεδρος στο ΔΣ του Δικτύου για το δικαίωμα στη Στέγη και την Κατοικία, δέχτηκε παράπονα και επίσημες καταγγελίες, τις οποίες και αποφάσισε να προωθήσει στους αρμοδίους, προβαίνοντας σε όλες τις νόμιμες ενέργειες.
Τελικά, στις 27 Μαΐου του 2025, ο κ. Βαλλιανάτος βρέθηκε στα δικαστήρια, μετά από μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση, εξύβριση και απειλή που κατέθεσαν εναντίον του 12 εργαζόμενοι του ΚΕΘΕΑ σχετικά με ανάρτηση που είχε κάνει στα κοινωνικά δίκτυα έξι χρόνια πριν. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε υπέρ των εργαζομένων και επέβαλε εξαγοράσιμη ποινή 52 μηνών φυλάκισης στον κ. Βαλλιανάτο, ο οποίος δήλωσε αποφασισμένος να καταφύγει στο Εφετείο, εισφέροντας, όπως είπε, ακόμη περισσότερα στοιχεία.
Ως μάρτυρες στη δίκη του Μαΐου είχαν προσέλθει ο Μάριος Ατζέμης, πρώην χρήστης και σήμερα αντιπρόεδρος του Κέντρου Πρόληψης του Δήμου Αθηναίων, αλλά και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΕΟΠΑΕ ως λήπτης υπηρεσιών, καθώς και η Δάφνη Χρονοπούλου, πρόεδρος του Δικτύου Ομότιμων Χρηστών Ψυχοδραστικών Ουσιών.
Το θέμα ανακινήθηκε τον περασμένο Νοέμβριο, καθώς οι κκ. Βαλλιανάτος και Ατζέμης έδωσαν συνέντευξη σε τηλεοπτική εκπομπή (ΣΚΑΪ, 12/11), στην οποία περιέγραψαν διάφορα περιστατικά κακοποίησης, με τα περισσότερα από αυτά να αφορούν τον ίδιο τον Μάριο Ατζέμη το διάστημα που ήταν μέλος κάποιας θεραπευτικής κοινότητας του ΚΕΘΕΑ.
Την επόμενη μέρα (13/11), ο πρόεδρος του ΕΟΠΑΕ, κ. Αθανάσιος Θεοχάρης, βγήκε στην ίδια εκπομπή, όπου δήλωσε πως έχει λάβει γνώση πολλών επώνυμων και ανώνυμων καταγγελιών και πως έχει φροντίσει για τη διερεύνησή τους και την απομάκρυνση όσων εργαζομένων ακολουθούσαν τέτοιες πρακτικές.
Η συνέχεια ήρθε μία εβδομάδα αργότερα, οπότε στην ίδια εκπομπή φιλοξενήθηκε ο πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων του ΕΟΠΑΕ, Γιώργος Παπαϊωάννου, ο οποίος διέψευσε ότι έχει διενεργηθεί Ένορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ), πράγμα που υποστήριξε ο κ. Θεοχάρης, κατέρριψε τους ισχυρισμούς ότι τα προγράμματα του ΚΕΘΕΑ λειτουργούσαν χωρίς τη συνεργασία ειδικών ψυχικής υγείας και αναφέρθηκε στις καταγγελίες των εργαζομένων προς τη διοίκηση του ΕΟΠΑΕ.
Τελικά, στις 20 Νοεμβρίου, ο Σύλλογος Εργαζομένων του ΕΟΠΑΕ απέστειλε Εξώδικο στον κ. Θεοχάρη, δια του οποίου τον καλούσε να προβεί «σε κάθε ενέργεια επανόρθωσης της κατασυκοφάντησης» προς τους εργαζομένους και να ορίσει «άμεσα συνάντηση με τον Σύλλογο εντός επτά (7) ημερών». Στο μακροσκελές κείμενο του Εξωδίκου, ο Σύλλογος επαναφέρει όλες τις καταγγελίες περί εκδικητικών μεταθέσεων και επιθέσεων εις βάρος των υπαλλήλων, περί πρακτικών εκφοβισμού και διαβολής των θεραπευτικών προγραμμάτων.
Στο πλαίσιο της δικής μας έρευνας, μιλώντας με τον πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΕΟΠΑΕ, κ. Γιάννη Διακογιάννη, τον ρωτήσαμε εάν το Συμβούλιο έχει λάβει γνώση του θέματος – ιδίως από τη στιγμή που ο καταγγέλλων, κ. Ατζέμης, είναι και μέλος του. Ο κ. Διακογιάννης μας απάντησε πως το Επιστημονικό Συμβούλιο έχει τη διαβεβαίωση ότι σήμερα δεν υπάρχουν τέτοιου είδους πρακτικές, μετά από αναγκαίες παρεμβάσεις που έγιναν, σημειώνοντας παράλληλα ότι «το ΚΕΘΕΑ έχει κάνει πολλά σωστά, απλώς κάποια δεδομένα αλλάζουν στην πορεία και χρειάζεται επικαιροποίηση».
Ο αρμόδιος Υπουργός, κ. Δημήτρης Βαρτζόπουλος, από τη μεριά του, μας απάντησε πως η υπόθεση έχει πάρει τον δρόμο της Δικαιοσύνης, κάτι που είχε σημειώσει στην τηλεοπτική του εμφάνιση και ο κ. Θεοχάρης.
Ωστόσο, μια παράμετρος που δεν έχει διευκρινιστεί είναι ποια χρονική περίοδο αφορούν οι καταγγελίες για κακοποιητικές πρακτικές και εάν τέτοια περιστατικά συνέβαιναν μέχρι πρόσφατα.
Από την έρευνα του «R» προκύπτει πως οι πρακτικές του ΚΕΘΕΑ έχουν αλλάξει αρκετά από τις πρώτες θεραπευτικές κοινότητες της δεκαετίας του ’80 μέχρι σήμερα, καθώς – ενίοτε με αργούς ρυθμούς – το ΚΕΘΕΑ ακολούθησε τα νέα δεδομένα. Άλλωστε, οι πρώτες κοινότητες είχαν προκύψει από τους ίδιους τους αποφοίτους, αλλά σταδιακά εμπλουτίστηκαν με ειδικούς επιστήμονες, κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους και γιατρούς, πράγμα που επηρέασε και τις ακολουθούμενες θεραπευτικές μεθόδους και τεχνικές, αλλά και τη διάρκεια των προγραμμάτων.
Για παράδειγμα, ένας από τους περιορισμούς που έχει αρθεί εδώ και πολλά χρόνια είναι η απαγόρευση λήψης φαρμάκων, ακόμη και αναλγητικών, κανόνας που ίσχυε στις πρώτες κοινότητες υπό τον φόβο πως έτσι δεν «σπάει» ο κύκλος της εξάρτησης. Μάλιστα, εδώ και χρόνια γίνονται δεκτά και άτομα που πρέπει να λαμβάνουν αγωγή για κάποια ψυχική διαταραχή, πράγμα που επίσης στην αρχή απαγορευόταν.
Ένας πρώην θεραπευόμενος του ΚΕΘΕΑ, μέλος κάποιας κοινότητας στα μέσα του 1990, που προτίμησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, μας εξηγεί πως «πριν από είκοσι πέντε και τριάντα χρόνια, οι συνθήκες στις κοινότητες ήταν αρκετά πιεστικές. Όχι για να μας κάνουν κακό, αλλά γιατί είχε φανεί πως μέσω της πίεσης οι άνθρωποι ανοίγονταν και έλεγαν αυτά που πραγματικά τους πονούσαν. Φυσικά, αυτό δεν λειτουργούσε για όλους, αλλά σε αρκετούς δούλεψε».
Ταυτόχρονα, υπήρχαν – όπως μας εξηγεί ο ίδιος – κανόνες «που εάν ήθελες να παραμείνεις στην κοινότητα, όφειλες να τηρείς. Για παράδειγμα, απαγορευόταν η βία και η χρήση, υπήρχε συγκεκριμένο ωρολόγιο πρόγραμμα και έπρεπε να είσαι συνεπής. Υπάρχει ένα υποχρεωτικό πλαίσιο, ωστόσο – αφού μιλάμε για ενήλικες, η παρουσία των οποίων εκεί είναι εθελοντική – εάν δεν σου αρέσει, μπορείς να φύγεις. Δεν σε κρατάει κανείς με το ζόρι», καταλήγει, σημειώνοντας, βέβαια, πως «για τους περισσότερους που διακόπτουν, το μέλλον είναι προδιαγεγραμμένο, αφού μην έχοντας εναλλακτικές, επιστρέφουν στη χρήση».
Η κ. Φωτεινή Λεομπίλλα, κοινωνιολόγος και πρώην πρόεδρος του Κέντρου Πρόληψης «Αθηνά Υγεία», η οποία έχει έρθει σε επαφή με το ΚΕΘΕΑ σε δύο διαφορετικά πλαίσια – ως θεραπευόμενη, το 1998-99, και ως αντιπρόεδρός του, το 2019 – μας εξηγεί, με τη σειρά της, πως «από πολλούς το μοντέλο του ΚΕΘΕΑ θεωρείται τιμωρητικό, όμως η πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς αυτή».
Το μοντέλο της κοινότητας, όπως μας λέει, εφαρμόζει αρκετές από τις θεωρίες του συμπεριφορισμού και της συστημικής (οικογενειακής) προσέγγισης. Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσονται διάφορες θεραπευτικές πρακτικές «που θα μπορούσε κάποιος να μεταφράσει σήμερα ως κακοποιητικές, όμως στην πραγματικότητα είναι ένας τρόπος συνειδητοποίησης για το πού σε έχει οδηγήσει η χρήση και για το ότι πρέπει να υιοθετήσεις άλλες συμπεριφορές, προκειμένου να είσαι μέλος της κοινότητας και κατ’ επέκταση της κοινωνίας».
Η κ. Λεομπίλλα τονίζει – όπως και ο απόφοιτος του ΚΕΘΕΑ με τον οποίο μιλήσαμε – ότι σε κάθε περίπτωση δεν ενδείκνυνται όλες οι προσεγγίσεις για όλους και πως με την πάροδο των ετών πολλές διαδικασίες των κοινοτήτων έχουν επαναπροσδιοριστεί. Ωστόσο, υπογραμμίζει τη σημασία των συλλογικών διαδικασιών στις κοινότητες, ακόμη και για την ικανοποίηση καθημερινών αναγκών, ενώ σημειώνει πως την αξία πολλών από όσα έμαθε στην κοινότητα την κατάλαβε εκ των υστέρων.
«Το να αναπτύξω αντοχή να διαχειρίζομαι αρνητικά συναισθήματα, όπως είναι ο θυμός, μόνο σε καλό μου βγήκε. Αν δεν είχα περάσει από την κοινότητα, μπορεί και να μην ήμουν εδώ που είμαι τώρα», μας λέει χαρακτηριστικά.
Ως προς τη θητεία της ως αντιπροέδρου του Οργανισμού, μας εξηγεί πως το ΔΣ δεν είχε αρμοδιότητες ελέγχου και παρέμβασης επί της θεραπευτικής διαδικασίας, εκτός μόνον από την περίπτωση που έφτανε στα χέρια τους κάποια καταγγελία. Ωστόσο, για το διάστημα που η ίδια ήταν αντιπρόεδρος αναφέρει πως δεν είχε λάβει γνώση κάποιας επίσημης καταγγελίας για κακοποιητικές πρακτικές προς διερεύνηση.
Σημειώνεται πως η επίσημη θέση του ΕΟΠΑΕ ως προς το ζήτημα αναπτύσσεται στην συνέντευξη του προέδρου του Οργανισμού, Αθανάσιου Θεοχάρη, που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.






