Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η επιστολή του Μόνιμου Αντιπροσώπου της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού, σε απάντηση προηγούμενων ρηματικών διακοινώσεων της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αιγύπτου, ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη και δεν αιφνιδιάζει.
Παράλληλα, τονίζουν ότι το περιεχόμενό της επαναλαμβάνει τις γνωστές, αν και αυθαίρετες και ευφάνταστες, ερμηνείες του Διεθνούς Δικαίου — και ειδικότερα του Δικαίου της Θάλασσας — στις οποίες συχνά προσφεύγει η Τουρκία, αμφισβητώντας εκ νέου τα νόμιμα δικαιώματα της Ελλάδας, ενώ εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΟΗΕ.
Όπως σημειώνουν, η επανάληψη ισχυρισμών που στερούνται νομικής βάσης δεν τους προσδίδει κύρος ούτε δημιουργεί έννομα αποτελέσματα και υπογραμμίζουν: «Ως γνωστόν, οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν ήδη κατ’ επανάληψη απαντηθεί με επιστολές μας προς τα Ηνωμένα Έθνη, στις οποίες υπενθυμίζουμε, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, μεταξύ κρατών με παρακείμενες ή αντικείμενες ακτές, τα νησιά, έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες, όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη».
«Θα πρέπει συνεπώς η Τουρκία να συνταχθεί με τις επιταγές του Δικαίου της Θάλασσας, προς όφελος των σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ των δύο χωρών μας, όπως και της σταθερότητας και της συνεργασίας στην περιοχή» καταλήγουν οι ελληνικές διπλωματικές πηγές.



