Κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης παρουσιάστηκαν τα πλήρη αποτελέσματα του Investor Pulse Check, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του IHIF EMEA στο Βερολίνο τον Μάρτιο του 2026, καθώς και ειδικής έρευνας μεταξύ 62.500 διεθνών συνδρομητών της Hospitality Investor τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Στην εκδήλωση συμμετείχαν κορυφαίοι Έλληνες ξενοδόχοι, διεθνείς επενδυτές και στελέχη της αγοράς, αναλύοντας τις επενδυτικές τάσεις, τις προοπτικές της ελληνικής ξενοδοχειακής αγοράς και τις προκλήσεις που εξακολουθούν να επηρεάζουν την ανάπτυξή της.
Το σημαντικότερο εύρημα των ερευνών είναι ότι το διεθνές επενδυτικό κεφάλαιο εξακολουθεί να βλέπει ιδιαίτερα θετικά την Ελλάδα, η οποία αναδεικνύεται στην πρώτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών που προτιμούν οι επενδυτές για νέες τοποθετήσεις στον τομέα της φιλοξενίας. Συγκεκριμένα, το 43% των συμμετεχόντων επέλεξε την Ελλάδα ως τον πλέον ελκυστικό προορισμό, έναντι 29% για την Ιταλία, ενώ Ισπανία και Γαλλία ακολουθούν με 14%.
Η επίδοση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι μόλις έναν χρόνο πριν η Ελλάδα κατατασσόταν στην πέμπτη θέση. Η μεταβολή αυτή αποτυπώνει μια ουσιαστική αλλαγή στην εικόνα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού και δεν οφείλεται στη συμμετοχή Ελλήνων επενδυτών στο δείγμα, καθώς η επενδυτική κοινότητα της έρευνας αποτελείται αποκλειστικά από διεθνή κεφάλαια.
Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στα ώριμα επενδυτικά προϊόντα
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η εικόνα για το 2026 δείχνει ότι οι επενδυτές δεν αναζητούν πλέον ευκαιρίες ανάπτυξης από μηδενική βάση ούτε έργα που απαιτούν εκτεταμένες κατασκευές και υψηλό κατασκευαστικό ρίσκο. Αντίθετα, στρέφονται σε υφιστάμενα, ποιοτικά ξενοδοχειακά assets που λειτουργούν ήδη, διαθέτουν επαγγελματική διαχείριση και μπορούν, μέσω στοχευμένων επενδύσεων, να δημιουργήσουν επιπλέον υπεραξία.
Χαρακτηριστικό είναι ότι το 57% των επενδυτών δηλώνει πως προτιμά ξενοδοχεία πέντε αστέρων υπό επαγγελματική διαχείριση, ενώ μόλις το 29% εξετάζει resorts τριών αστέρων με δυνατότητα αναβάθμισης. Το παραδοσιακό μοντέλο εξαγοράς ενός ξενοδοχείου χαμηλότερης κατηγορίας με σκοπό τη μετατροπή του σε μονάδα πολυτελείας φαίνεται να υποχωρεί, καθώς το διεθνές κεφάλαιο γίνεται ολοένα και πιο θεσμικό και αναζητά επενδύσεις με περιορισμένο λειτουργικό και κατασκευαστικό κίνδυνο.
Παράλληλα, οι επενδυτές δίνουν σαφή προτεραιότητα στις ανώτερες κατηγορίες φιλοξενίας. Οι μονάδες Upper Upscale συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον (63%), ακολουθούν οι Upscale (54%) και οι Luxury (48%), ενώ αισθητά χαμηλότερη είναι η προτίμηση για οικονομικές κατηγορίες και ανεξάρτητα ξενοδοχεία χωρίς διεθνές brand.
Το παράδοξο της ελληνικής αγοράς
Παρότι, όμως, η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή των επενδυτικών επιλογών, η αγορά αντιμετωπίζει ένα σημαντικό πρόβλημα που έχει να κάνει με το ότι η προσφορά ώριμων επενδυτικών προϊόντων παραμένει περιορισμένη.
Οι επενδυτές, δηλαδή, αναζητούν λειτουργικά ξενοδοχεία υψηλής ποιότητας, όμως η διαθεσιμότητα τέτοιων assets είναι μικρή, ενώ οι αποτιμήσεις παραμένουν υψηλές. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένα αυξανόμενο χάσμα μεταξύ της έντονης ζήτησης και της διαθέσιμης προσφοράς.
Παρ' όλα αυτά, η εμπιστοσύνη στις προοπτικές της ελληνικής αγοράς παραμένει ισχυρή. Τα διεθνή κεφάλαια θεωρούν ότι υπάρχουν ακόμη σημαντικά περιθώρια αύξησης τόσο των εσόδων όσο και των αποδόσεων, καθώς η χώρα συνεχίζει να αναβαθμίζει το τουριστικό της προϊόν και να προσελκύει επισκέπτες από ολοένα περισσότερες διεθνείς αγορές.
Γιατί η Ελλάδα προσελκύει διεθνές κεφάλαιο
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια του briefing, το σημερινό επενδυτικό ενδιαφέρον δεν αποτελεί συνέπεια της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας ούτε των χαμηλών αποτιμήσεων που επικρατούσαν τότε.
Αντίθετα, η Ελλάδα έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα σαφώς πιο ώριμο επενδυτικό περιβάλλον, με καλύτερες τουριστικές υποδομές, αυξημένη διεθνή ζήτηση και σημαντική αναβάθμιση του ξενοδοχειακού προϊόντος.
Παράλληλα, εξακολουθεί να προσφέρει δυνατότητες δημιουργίας υπεραξίας, καθώς υπάρχουν ακόμη περιθώρια λειτουργικής αναβάθμισης πολλών ξενοδοχειακών μονάδων. Σε αντίθεση με ιδιαίτερα ώριμες αγορές, όπου τα περισσότερα ξενοδοχειακά assets έχουν ήδη αξιοποιηθεί στο μέγιστο βαθμό, στην Ελλάδα εξακολουθούν να υπάρχουν ευκαιρίες βελτίωσης της λειτουργίας και αύξησης της αξίας των επενδύσεων.
Αθήνα και νησιά εξακολουθούν να κυριαρχούν
Σε επίπεδο προορισμών, η Αθήνα παραμένει η σημαντικότερη αγορά για τους διεθνείς επενδυτές, ενώ ιδιαίτερα υψηλό ενδιαφέρον εξακολουθούν να συγκεντρώνουν δημοφιλείς νησιωτικοί προορισμοί όπως η Μύκονος, η Πάρος, η Μήλος και η Σαντορίνη.
Θετικές προοπτικές εμφανίζονται επίσης για την Καλαμάτα, λόγω της αναβάθμισης των υποδομών και του αεροδρομίου, καθώς και για την Κρήτη, όπου η ενίσχυση της αεροπορικής συνδεσιμότητας δημιουργεί νέες δυνατότητες ανάπτυξης.
Ωστόσο, οι επενδυτές δεν διαπιστώνουν ακόμη ουσιαστική μετατόπιση του ενδιαφέροντος προς τη βόρεια Ελλάδα, τη Θεσσαλονίκη ή τους ορεινούς προορισμούς, ενώ και στην Πελοπόννησο οι επενδύσεις παραμένουν πιο περιορισμένες σε σχέση με την Αθήνα και τα κορυφαία νησιά.
Οι μεγάλες προκλήσεις
Παρά τη θετική εικόνα, η ελληνική αγορά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.
Η πρώτη αφορά την έντονη εποχικότητα. Οι περισσότεροι διεθνείς θεσμικοί επενδυτές επιδιώκουν επενδύσεις με λειτουργία δώδεκα μηνών, καθώς η περιορισμένη διάρκεια λειτουργίας μειώνει την αξία και την ελκυστικότητα ενός ξενοδοχειακού asset. Η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου θεωρείται καθοριστικός παράγοντας για τη μελλοντική ανάπτυξη της αγοράς.
Η δεύτερη πρόκληση είναι η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού. Η δυσκολία εύρεσης προσωπικού, σε συνδυασμό με το αυξανόμενο ενεργειακό κόστος, αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που αξιολογούν πλέον οι διεθνείς επενδυτές πριν προχωρήσουν σε νέες τοποθετήσεις.
Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει περιορισμένη παρουσία διεθνών operators και εξειδικευμένων διαχειριστών ξενοδοχειακών μονάδων, στοιχείο που χαρακτηρίζει πολύ πιο ώριμες αγορές της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η γεωπολιτική δεν ανακόπτει τις επενδύσεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα συμπεράσματα σχετικά με τη γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Παρά τις διεθνείς εξελίξεις, κανένας από τους επενδυτές που συμμετείχαν στην έρευνα δεν δήλωσε ότι προτίθεται να παγώσει ή να αποσύρει τις επενδύσεις του. Αντίθετα, το 57% αναφέρει ότι μεταφέρει κεφάλαια προς πιο ανθεκτικές ευρωπαϊκές αγορές, ενώ αρκετοί εφαρμόζουν αυστηρότερα επενδυτικά κριτήρια χωρίς να μειώνουν τη δραστηριότητά τους.
Συνολικά, το 82% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι η Ευρώπη αποτελεί την κύρια γεωγραφική περιοχή επενδύσεων, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το διεθνές κεφάλαιο δεν απομακρύνεται από την ήπειρο, αλλά αναζητά τις αγορές με τις καλύτερες προοπτικές ανάπτυξης και δημιουργίας υπεραξίας.






