• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Έκθεση-καμπανάκι του FAO: Γιατί η υγιεινή διατροφή γίνεται ολοένα ακριβότερη στην Ευρώπη
Pexels
16:20 - 21 Ιουλ 2026

Έκθεση-καμπανάκι του FAO: Γιατί η υγιεινή διατροφή γίνεται ολοένα ακριβότερη στην Ευρώπη

Η ετήσια έκθεση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) υποστηρίζει ότι οι αγροτικές επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν συμβάλει στην αύξηση των τιμών των φρούτων και των λαχανικών, δυσκολεύοντας την πρόσβαση των πολιτών σε μια υγιεινή διατροφή.

Σύμφωνα με την έκθεση State of Food Security and Nutrition, το κόστος μιας υγιεινής διατροφής στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 36% την περίοδο 2021–2025, ποσοστό υψηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο του 25%.

Όπως μεταδίδει το Politico, παρότι η άνοδος του πληθωρισμού, που συνδέεται με την πανδημία της Covid-19, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, έχει αυξήσει συνολικά τις τιμές των τροφίμων, η έκθεση επισημαίνει ότι σημαντικό ρόλο παίζουν και οι πολιτικές επιλογές. Όπως αναφέρει ο David Laborde, επικεφαλής οικονομολόγος του FAO, οι επιδοτήσεις ευνοούν κυρίως τα δημητριακά, την κτηνοτροφία και τις ζωοτροφές, ενώ οι καλλιέργειες φρούτων, λαχανικών και οσπρίων λαμβάνουν πολύ μικρότερη στήριξη. Αυτό λειτουργεί ουσιαστικά ως μια «έμμεση φορολόγηση» των πιο υγιεινών τροφίμων.

Η ΚΑΠ που εφαρμόζεται από τη δεκαετία του 1960 και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα χρηματοδοτικά προγράμματα της ΕΕ, θεωρείται ένας από τους παράγοντες που διατηρούν αυτή την ανισορροπία. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Laborde, ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ανεπαρκής επένδυση στην έρευνα και την καινοτομία για τη μείωση του κόστους παραγωγής φρούτων και λαχανικών, τα οποία απαιτούν περισσότερη χειρωνακτική εργασία.

Σήμερα, το κόστος ενός ημερήσιου γεύματος που καλύπτει τις βασικές προδιαγραφές μιας υγιεινής διατροφής ανέρχεται κατά μέσο όρο στα 3,97 δολάρια ανά Ευρωπαίο, δηλαδή περίπου ένα δολάριο περισσότερο σε σχέση με το 2021. Από αυτό το ποσό, σχεδόν το 60% αφορά φρούτα, λαχανικά και όσπρια, ενώ τα αμυλούχα προϊόντα, όπως το σιτάρι και το ρύζι, αντιστοιχούν μόλις στο 13% του κόστους. Παρ’ όλα αυτά, το μεγαλύτερο μέρος των αγροτικών επιδοτήσεων εξακολουθεί να κατευθύνεται σε δημητριακά, ζάχαρη, γαλακτοκομικά, βοοειδή και καλλιέργειες για ζωοτροφές.

Η έκθεση προτείνει την ανακατανομή μέρους των επιδοτήσεων προς την παραγωγή φρούτων και λαχανικών, καθώς και μεγαλύτερες επενδύσεις στην καινοτομία, ώστε να μειωθεί το κόστος παραγωγής. Παράλληλα, εισηγείται μέτρα όπως η μείωση της σπατάλης τροφίμων, η στήριξη βασικών γεωργικών εισροών, όπως τα λιπάσματα, και η ενίσχυση της διαφάνειας στις τιμές.

Οι προτάσεις αυτές αναμένεται να επηρεάσουν τη συζήτηση για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική της περιόδου 2028–2034. Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν σχολίασε άμεσα τα συμπεράσματα της έκθεσης, επισημαίνοντας μόνο ότι δεν επιδιώκει να καθορίζει τις διατροφικές επιλογές των πολιτών, ενώ το νέο σχέδιο δράσης για τις πρωτεΐνες προβλέπει μέτρα για την ενίσχυση της κατανάλωσης οσπρίων και τη στήριξη της σχετικής παραγωγής.