Πιο αναλυτικά, βάσει της κοινής δήλωσης των δύο ηγετών, κοινός στόχος είναι να γίνει «επικαιροποίηση των οικονομοτεχνικών παραμέτρων του καλωδίου, ώστε να μπορεί δυνητικά να ενισχυθεί με την είσοδο νέων, ισχυρών επενδυτών», εξέλιξη από την οποία θα ωφεληθούν – όπως σημειώθηκε – και οι δύο χώρες.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Υπουργός Ενέργειας της Κύπρου, κ. Παπαναστασίου, ο οποίος δήλωσε: «Έχουμε καταλήξει ότι θα πρέπει το διασυνοριακό έργο του GSI Great Sea Interconnector να περάσει από μια επικαιροποίηση τουλάχιστον στο τεχνοοικονομικό κομμάτι και η πιο σημαντική παράμετρος αυτής της μελέτης είναι για να προσκαλέσει ισχυρούς επενδυτές, οι οποίοι θα έχουν τη δυνατότητα να μπορούν να κάνουν το έργο, τις προκλήσεις γύρω από το οικονομικό αλλά πιθανόν και το τεχνικό κομμάτι να είναι βιώσιμο».
Ωστόσο, εδώ προκύπτουν νέα ερωτήματα και – όπως όλα δείχνουν – νέες καθυστερήσεις. Αφενός, κατά την χθεσινή συνάντηση δεν διευκρινίστηκε ποιες ακριβώς παράμετροι του σχεδίου θα τεθούν υπό επανεξέταση και ποιος είναι ο χρονικός ορίζοντας για την επικαιροποίηση της μελέτης. Αφετέρου, δεν δόθηκαν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την «δυνητική» είσοδο των «νέων, ισχυρών επενδυτών».
Αρχικά, όσον αφορά στην επικαιροποίηση των οικονομοτεχνικών παραμέτρων, γίνεται αντιληπτό πως πρόκειται για μία διαδικασία αναθεώρησης και επανασχεδιασμού του έργου. Η εξέλιξη αυτή «διαβάζεται» από διάφορους πολιτικούς κύκλους ως απόπειρα των δύο ηγετών να «καμουφλάρουν» το γεγονός πως στην πραγματικότητα η ηλεκτρική διασύνδεση έχει ναυαγήσει και το έργο – με αφορμή την επανεξέταση της μελέτης – θα μείνει «παγωμένο» επί μακρόν ή ίσως κι επ’ αόριστον.
Από την άλλη, όσον αφορά την επιθυμία προσέκλυσης επενδυτικού ενδιαφέροντος, σύμφωνα με διαρροές, η δήλωση αυτή ενδεχομένως να συνδέεται με το γεγονός πως πριν από μία μόλις εβδομάδα (6 και 7/11) πραγματοποιήθηκε η Διάσκεψη Ενέργειας P-TEC στην Αθήνα και «κλείστηκαν» οι ενεργειακές συμφωνίες, με τον αμερικανικό παράγοντα να παίζει καθοριστικό ρόλο.
Σύμφωνα με τις ίδιες διαρροές, υπάρχει το ενδεχόμενο οι «ισχυροί επενδυτές» που αναζητούν οι δύο κυβερνήσεις να έρθουν από τις ΗΠΑ, ενώ είναι πιθανό και οι νέες ισορροπίες στο Ισραήλ μετά την εύθραυστη εκεχειρία στη Γάζα να δώσουν, επίσης, ώθηση στο ζήτημα και να αναζωπυρώσουν το ενδιαφέρον της κυβέρνησης Νετανιάχου για το έργο. Ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, είπε σήμερα (13/11) πως «εκδηλώθηκε ενδιαφέρον από αμερικανικούς παράγοντες» και «είμαστε σε φάση διερεύνησης».
Βέβαια, ένα έργο που πρόκειται να μείνει αδρανές για σεβαστό διάστημα – μέχρι την ολοκλήρωση της νέας μελέτης – ενδεχομένως να μην είναι ιδιαίτερα ελκυστικό σε επενδυτές. Η δυσκολία αυτή, δε, ενισχύεται από το γεγονός πως οι ενστάσεις από την τουρκική πλευρά δεν έχουν υποχωρήσει, πράγμα που κάθε εταιρεία ή fund που θα σκεφτόταν να «ρίξει» χρήμα στο έργο θα πρέπει αναγκαστικά να λάβει υπόψιν. Όπως, επίσης, το ίδιο θα κληθεί να λάβει υπόψιν και η χώρα στην οποία εδρεύει ο «δυνητικός επενδυτής», αφού θα κληθεί να σταθεί απέναντι στην Τουρκία.
Πάντως, σε κάθε περίπτωση, στην Αθήνα το «στίγμα» που δίνεται είναι ότι ο ενεργειακός χάρτης της περιοχής – μετά και από τα deals της περασμένης εβδομάδας – επεναχαράσσεται, με βάση το νέο επενδυτικό ενδιαφέρον και τους νέους γεωπολιτικούς συσχετισμούς. Με αυτό συνδέουν και το έργο της διασύνδεσης, κάνοντας λόγο για «επανεκκίνηση» και επιχειρώντας να ρίξουν το βάρος στην στρατηγική σημασία της συνεργασίας Ελλάδας – Κύπρου και στον κρίσιμο ρόλο που παίζουν οι δύο χώρες στην Ανατολική Μεσόγειο.



