Στην πράξη, για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας το ρεύμα, η θέρμανση και οι βασικές ενεργειακές ανάγκες μετατρέπονται σε είδος πολυτελείας. Δύο στους τρεις φτωχούς πολίτες (66,6%) δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να πληρώσουν εγκαίρως λογαριασμούς όπως το ηλεκτρικό ρεύμα, το νερό ή το φυσικό αέριο – ποσοστό σχεδόν τριπλάσιο σε σχέση με το μη φτωχό πληθυσμό.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δραματική το χειμώνα: περισσότεροι από ένας στους τρεις φτωχούς (35,9%) δεν μπορούν να εξασφαλίσουν επαρκή θέρμανση. Η «ενεργειακή στέρηση» δεν είναι στατιστικός όρος – είναι κρύα σπίτια, περιορισμένη χρήση ρεύματος και καθημερινές επιλογές επιβίωσης.
Την ίδια στιγμή, το κόστος στέγασης –με την ενέργεια να αποτελεί βασικό του πυλώνα– συνθλίβει τα ευάλωτα νοικοκυριά: το 82,6% των φτωχών δηλώνει ότι επιβαρύνεται υπερβολικά. Δεν πρόκειται απλώς για οικονομική πίεση, αλλά για συνθήκες που ανατροφοδοτούν ένα φαύλο κύκλο φτώχειας.
Συνολικά, σχεδόν 896 χιλιάδες νοικοκυριά και περίπου 2 εκατομμύρια πολίτες βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας, ενώ πάνω από το ένα τέταρτο του πληθυσμού (27,5%) απειλείται με φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό. Η κατάσταση είναι ακόμη πιο ανησυχητική για τα παιδιά, με σχεδόν 3 στα 10 να ζουν σε αυτό το περιβάλλον στερήσεων.
Πάντως, η ενεργειακή κρίση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ανισοτήτων: απορροφά εισοδήματα, περιορίζει την κατανάλωση βασικών αγαθών και επιδεινώνει τη συνολική υλική στέρηση, η οποία αυξήθηκε στο 14,9% το 2025. Όταν ένα νοικοκυριό δεν μπορεί να καλύψει το κόστος ενέργειας, συχνά στερείται και επαρκή διατροφή ή αδυνατεί να ανταποκριθεί σε έκτακτες ανάγκες.
Παρά τις κοινωνικές παροχές και τα επιδόματα, η πραγματικότητα δείχνει ότι οι παρεμβάσεις δεν επαρκούν για να αναχαιτίσουν την πίεση. Η ενεργειακή φτώχεια παραμένει δομικό πρόβλημα και όχι συγκυριακή δυσκολία.
Τα δεδομένα είναι σαφή: όταν η πρόσβαση στην ενέργεια γίνεται αβέβαιη, η κοινωνική συνοχή τίθεται υπό δοκιμασία. Και όσο το κόστος ενέργειας παραμένει υψηλό, τόσο η φτώχεια παύει να είναι απλώς εισοδηματικό ζήτημα – και μετατρέπεται σε ζήτημα αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Η ανισότητα
Παρά ταύτα, ελαφρώς μειωμένη εμφανίζεται η οικονομική ανισότητα το 2025 από το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με τη σχετική έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Ειδικότερα, το 2025 η συνολική ανισότητα μειώθηκε στο 31,6% έναντι 31,8% το 2024 και 31,2% το 2015, όπως ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ. Παράλληλα, σύμφωνα με την έρευνα:
Το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,18 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού
Η οικονομική ανισότητα για τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω αυξήθηκε κατά 0,14 μονάδες και διαμορφώνεται σε 4,19, έναντι 4,05 το προηγούμενο έτος.
Αντίστοιχα, για τα άτομα κάτω των 65 ετών ο δείκτης μειώθηκε κατά 0,14 μονάδες και διαμορφώνεται σε 5,55, έναντι 5,69 το προηγούμενο έτος
- το 25% του πληθυσμού στο 1ο τεταρτημόριο, με το χαμηλότερο εισόδημα, κατέχει το 10,5% του συνολικού εθνικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, ποσοστό αυξημένο κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024.
- το 25% του πληθυσμού στο 4ο τεταρτημόριο, με το υψηλότερο εισόδημα, κατέχει το 45,5% του συνολικού εθνικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, ποσοστό μειωμένο κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024
- το 50% του πληθυσμού στο 2ο και 3ο τεταρτημόριο, με μεσαία εισοδήματα, κατέχουν το 44,1% του εθνικού διαθέσιμου ισοδύναμου εισοδήματος, ποσοστό αυξημένο κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024.
- το υψηλότερο ατομικό ετήσιο ισοδύναμο εισόδημα για το 1ο τεταρτημόριο ανέρχεται σε 8.149 ευρώ. το χαμηλότερο ατομικό ετήσιο ισοδύναμο εισόδημα για το 4ο τεταρτημόριο ανέρχεται σε 15.900 ευρώ.
Οι τάσεις
Ακόμη όμως και για έχοντες, οι επιπτώσεις του πολέμου στην καθημερινότητα κυρίως σε ό,τι αφορά τις τιμές και τις πιθανές ελλείψεις αγαθών αποτελούν τη βασική πηγή προβληματισμού. Σύµφωνα µε την έρευνα της ΝielsenIQ που πραγματοποιήθηκε στο διάστημα από 9 έως 12 Μαρτίου, το 57% των καταναλωτών δηλώνει ήδη ανήσυχο για τις εξελίξεις και ένας τους τρεις βιώνει ήδη έντονο στρες για το τι θα ακολουθήσει.
Η εικόνα που διαµορφώνεται σε σχέση µε έναν µήνα πριν δείχνει αλλαγές των προτεραιοτήτων, καθώς πριν από το ξέσπασµα της κρίσης οι καταναλωτές ανησυχούσαν κυρίως για το αυξηµένο κόστος τροφίµων (45%), τους λογαριασµούς ενέργειας (21%) και την κάλυψη βασικών αναγκών (17%), ενώ πλέον έχει προστεθεί και ο φόβος απορρύθµισης της εφοδιαστικής αλυσίδας.






