Για αρκετές δεκαετίες, ιδίως τα προοδευτικά και οικολογικά κινήματα θεωρούσαν ότι τα επιστημονικά δεδομένα θα ήταν από μόνα τους επαρκή ώστε η ανθρωπότητα, υπό το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, να προχωρήσει στα απαραίτητα μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Σήμερα, το ζήτημα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) επανέρχεται στο προσκήνιο, αλλά για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που θα ανέμενε κανείς.
Προσδοκίες που διαψεύστηκαν
Το επιχείρημα είχε κατά βάση ηθικό χαρακτήρα, εστιάζοντας στην περιβαλλοντική και ανθρωπιστική διάσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, διεθνείς οργανισμοί, με τον ΟΗΕ συνήθως να πρωταγωνιστεί, πρωτοστάτησαν στην προώθηση της πράσινης μετάβασης. Ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές παρέμειναν ημιτελείς, παρά το γεγονός ότι η διεθνής κοινότητα κατέληξε στη Συμφωνία του Παρισιού το 2015, θέτοντας στόχους για τον περιορισμό της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας.
Παρά τη σημασία της, η Συμφωνία του Παρισιού δεν εστιάζει στα μέσα επίτευξής τους, ενώ απουσιάζει ένας αποτελεσματικός μηχανισμός παγκόσμιου συντονισμού. Την ίδια στιγμή, η υλοποίηση πολιτικών για την τήρηση των δεσμεύσεων προχωρεί με αργούς ρυθμούς και σημαντικά εμπόδια.
Μία μέσα, μία έξω οι ΗΠΑ, διπλό παιχνίδι οι Κινέζοι
Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε τη χώρα από τη Συμφωνία του Παρισιού, αμφισβητώντας ευθέως την ύπαρξη της κλιματικής κρίσης. Η απόφαση αυτή ανετράπη από τον Τζο Μπάιντεν, ο οποίος επανένταξε τις ΗΠΑ και προώθησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα πράσινων επενδύσεων, το IRA. Ωστόσο, η επιστροφή των Ρεπουμπλικανών στον Λευκό Οίκο επανέφερε την αβεβαιότητα, με την Ουάσιγκτον να αποσύρεται εκ νέου από τη συμφωνία.
Η Κίνα από την άλλη, η «πρωταθλήτρια» των ρύπων, συνιστά μια αντιφατική περίπτωση. Από τη μία πλευρά, συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση της δυναμικής της Συμφωνίας του Παρισιού την εποχή «Τραμπ 1.0» μέσω της ταχείας ανάπτυξης των ΑΠΕ. Από την άλλη, αύξησε παράλληλα τη χρήση άνθρακα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Παρ’ όλα αυτά, η Κίνα παράγει πλέον περισσότερη ενέργεια από ΑΠΕ συγκριτικά με το σύνολο της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.
Ευρωπαϊκή Ένωση: Από τον ενθουσιασμό της μετάβασης στην απότομη προσγείωση
Στην Ευρώπη, οι κυβερνήσεις – κυρίως των βόρειων χωρών – δέχθηκαν έντονες πιέσεις την περίοδο 2018–2021 για την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, ιδίως από τις νεότερες γενιές. Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία του 2019 αποτέλεσε σημαντική τομή προς την σωστή κατεύθυνση, ωστόσο επιβραδύνθηκε λόγω της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης του 2022.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας Χέρφριντ Μούνκλερ έχει συνδέσει τη μετάβαση στις ΑΠΕ με την ευρωρωσική αντιπαράθεση, υποστηρίζοντας ότι η εξάρτηση της Ευρώπης από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα καθόριζε τις μεταξύ τους σχέσεις. Κατά την ανάλυσή του, τα σχέδια για σταδιακή αποανθρακοποίησης της Ευρώπης ερμηνεύονται από τη Μόσχα ως «υπαρξιακή» απειλή, καθώς η ρωσική οικονομία βασίζεται στις εξαγωγές ορυκτών πόρων. Συνεπώς, η ευρωπαϊκή πράσινη μετάβαση οδήγησε, κατά την κρίση του, τον Βλαντίμιρ Πούτιν στο συμπέρασμα ότι η συνεργασία αυτή είχε ημερομηνία λήξης, γεγονός που επηρέασε τη στάση του πριν από την εισβολή στην Ουκρανία.
Εν τέλει, οι ευρωπαϊκές χώρες αναγκάστηκαν να αντικαταστήσουν τις απώλειες των ρωσικών ενεργειακών πόρων με εισαγωγές από τις χώρες του Κόλπου και τις ΗΠΑ, με σημαντικά αυξημένο κόστος. Παράλληλα, βιομηχανικοί κύκλοι εξακολουθούν να εκφράζουν επιφυλάξεις ως προς την αποτελεσματικότητα των πολιτικών της πράσινης μετάβασης, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη ευθύνεται για περιορισμένο ποσοστό των παγκόσμιων εκπομπών και ότι ορισμένα μέτρα ενδέχεται να ενισχύουν τη μετεγκατάσταση παραγωγικών δραστηριοτήτων σε τρίτες χώρες με υψηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Επίσης, οι Ευρωπαίοι υποτίμησαν το γεγονός ότι η αγορά δεν ήταν σε θέση να ακολουθήσει την ταχύτητα της μετάβασης που επέβαλε το ρυθμιστικό πλαίσιο. Αλλαγές που εκκρεμούσαν επί δεκαετίες επιχειρήθηκε να υλοποιηθούν εσπευσμένα, ως συνέπεια της μακροχρόνιας αδράνειας των τελευταίων δεκαετιών.
Πλέον, καθώς πολλά κράτη θεωρούν ότι απειλούνται από τη Μόσχα, η οικονομικά αποδυναμωμένη Ευρωπαϊκή Ένωση εστιάζει στην ενίσχυση της άμυνας, με την πράσινη μετάβαση να επιδιώκεται μεν, αλλά να μην αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα, όπως την περίοδο 2018-2021.
Οι ΑΠΕ ως διέξοδος στα… πυροτεχνήματα του Τραμπ
Ωστόσο, η γεωπολιτική αστάθεια, φαίνεται να επαναπροσδιορίζει τους όρους της συζήτησης. Η ένταση ανάμεσα σε Ουάσινγκτον και Τεχεράνη και το ιρανικό μπλόκο στα Στενά του Ορμούζ ανέδειξαν την ενεργειακή εξάρτηση ως ζήτημα ασφάλειας. Η απειλή διαταραχής της ναυσιπλοΐας και της μεταφοράς πετρελαίου οδήγησε σε εκτίναξη των τιμών του, επηρεάζοντας κυρίως τις ασιατικές, αλλά και τις ευρωπαϊκές οικονομίες, εντείνοντας τους φόβους για νέο κύμα ακρίβειας και ελλείψεις καυσίμων.
Υπό αυτό το πρίσμα, καθίσταται σαφές ότι η ανάπτυξη των ΑΠΕ μπορεί να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια και αυτάρκεια της Ευρώπης, της Ασίας και του Παγκόσμιου Νότου – ο οποίος πλήττεται δυσανάλογα από την κλιματική κρίση – περιορίζοντας την έκθεσή τους σε διεθνείς αναταράξεις. Κατά ειρωνικό τρόπο ο Τραμπ ενδέχεται με τις ενέργειές του κατά του Ιράν να ωθήσει πολλά κράτη στην απεξάρτησή τους από το πετρέλαιο και τα ορυκτά καύσιμα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα ακολουθήσουν όλοι μια ενιαία γραμμή.
Παρόλα αυτά, η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης προϋποθέτει διεθνή συνεργασία. Η Ευρώπη, για παράδειγμα, εξακολουθεί να εξαρτάται από την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, όπως οι σπάνιες γαίες και οι μπαταρίες, στις οποίες κυριαρχεί η Κίνα. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη επενδύσεων σε δίκτυα και υποδομές αποθήκευσης ενέργειας. Επιπλέον, αναζωπυρώνονται οι συζητήσεις για την χρήση πυρηνικής ενέργειας.
Σε κάθε περίπτωση, ενώ μέχρι πρόσφατα η κόπωση από το κόστος της πράσινης μετάβασης ενίσχυε αφηγήματα του τύπου drill baby drill, η τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία ενδέχεται να επιταχύνει την ανάπτυξη των ΑΠΕ, όχι για περιβαλλοντικούς ή ηθικούς λόγους, αλλά ως στρατηγική επιλογή για τη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας. Άλλωστε, όπως είχε επισημάνει ο αείμνηστος Τζίμι Κάρτερ το μακρινό 1979 «Κανείς δεν μπορεί να επιβάλλει εμπάργκο στο φως του ήλιου. Κανένα καρτέλ δεν μπορεί να ελέγξει τον ήλιο».



