Στο πλαίσιο αυτό, η Morgan Stanley ξεκινά την κάλυψη της μετοχής της ΔΕΗ με σύσταση «overweight», θέτοντας τιμή-στόχο τα 27 ευρώ ανά μετοχή.
Η αποτίμηση αυτή συνεπάγεται ανοδικό περιθώριο περίπου 14% σε σχέση με τα τρέχοντα επίπεδα, καθώς η μετοχή διαπραγματεύεται κοντά στα 23,7 ευρώ, γεγονός που αντικατοπτρίζει την αισιοδοξία του επενδυτικού οίκου για τις προοπτικές του ομίλου.
Το επενδυτικό πρόγραμμα στο επίκεντρο
Η θετική στάση της Morgan Stanley βασίζεται κυρίως στο φιλόδοξο επενδυτικό πλάνο της ΔΕΗ, το οποίο δίνει έμφαση στην ανάπτυξη έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, στην επέκταση και αναβάθμιση των δικτύων και στον μετασχηματισμό του ενεργειακού της χαρτοφυλακίου.
Οι αναλυτές θεωρούν ότι η εταιρεία βρίσκεται σε ευνοϊκή θέση ώστε να κεφαλαιοποιήσει τις επενδύσεις αυτές τα επόμενα χρόνια, βελτιώνοντας τόσο τη λειτουργική της απόδοση όσο και τη συνολική οικονομική της εικόνα.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι η κερδοφορία και οι ταμειακές ροές θα ενισχυθούν σημαντικά, δημιουργώντας πρόσθετη αξία για τους μετόχους και στηρίζοντας τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή πορεία της επιχείρησης.
Η ενοποιημένη δραστηριότητα οδηγεί την ανάπτυξη
Η Morgan Stanley θεωρεί ότι η ενοποιημένη δραστηριότητα της ΔΕΗ θα αποτελέσει τον βασικό μοχλό δημιουργίας αξίας τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της διοίκησης, τα EBITDA του συγκεκριμένου τομέα αναμένεται να αυξηθούν από 1,3 δισ. ευρώ το 2025 σε 2,4 δισ. ευρώ το 2028, ενώ έως το 2030 προβλέπεται να φτάσουν τα 3,3 δισ. ευρώ. Η Morgan Stanley εμφανίζεται ελαφρώς πιο συντηρητική, εκτιμώντας EBITDA 2,3 δισ. ευρώ το 2028 και 2,7 δισ. ευρώ το 2030.
Με βάση τις προβλέψεις αυτές, η ενοποιημένη δραστηριότητα εκτιμάται ότι θα συνεισφέρει περίπου το 72% των συνολικών EBITDA του ομίλου έως το τέλος του επιχειρηματικού σχεδίου.
Παράλληλα, θα απορροφήσει και το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων. Συγκεκριμένα, περίπου το 69% του συνολικού επενδυτικού προγράμματος ύψους 24,2 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2030 θα κατευθυνθεί στον συγκεκριμένο τομέα.
Από αυτά τα κεφάλαια, περίπου το 61% θα επενδυθεί σε αιολικά και φωτοβολταϊκά έργα, το 13% σε ευέλικτες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, το 9% σε υδροηλεκτρικά έργα και το 7% σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης ενέργειας. Αντίθετα, μόλις το 7% των επενδύσεων θα αφορά τη δραστηριότητα προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.
Τα πλεονεκτήματα του καθετοποιημένου μοντέλου
Η Morgan Stanley επισημαίνει ότι το καθετοποιημένο επιχειρηματικό μοντέλο της ΔΕΗ αποτελεί σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Η παρουσία στη λιανική αγορά εξασφαλίζει άμεση πρόσβαση στους καταναλωτές, καλύτερη εικόνα της ζήτησης και λειτουργεί ως φυσικός μηχανισμός αντιστάθμισης απέναντι στις διακυμάνσεις των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά. Ταυτόχρονα, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και η ενεργειακή διαχείριση ενισχύουν τη λειτουργική αποδοτικότητα του ομίλου.
Η ΔΕΗ εξακολουθεί να διατηρεί την πρώτη θέση στην ελληνική αγορά προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, με μερίδιο περίπου 50% και συνολικά 8,6 εκατομμύρια πελάτες λιανικής σε επίπεδο ομίλου.
Παράλληλα, έχει αποκτήσει ισχυρή παρουσία και στη Ρουμανία, όπου μετά την εξαγορά των δραστηριοτήτων της Enel κατέχει περίπου 15% της αγοράς λιανικής, αποτελώντας τον δεύτερο μεγαλύτερο πάροχο.
Η ταυτόχρονη παρουσία στην παραγωγή, τη διανομή και την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Ρουμανία προσφέρει στη ΔΕΗ ένα πιο ισορροπημένο προφίλ κινδύνου σε σχέση με εταιρείες που δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στην παραγωγή.
Η ρυθμιζόμενη δραστηριότητα των δικτύων προσφέρει σταθερότητα στα έσοδα, ενώ η μεγάλη πελατειακή βάση της λιανικής επιτρέπει στην εταιρεία να αξιοποιεί αποτελεσματικότερα τη νέα παραγωγική δυναμικότητα που προστίθεται.
Σήμερα, η ΔΕΗ εξακολουθεί να προμηθεύει περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από όση παράγει. Για το 2025 υπολογίζεται παραγωγή περίπου 21 TWh, έναντι προμήθειας περίπου 32 TWh.
Με την προσθήκη νέων μονάδων ΑΠΕ, έργων αποθήκευσης και ευέλικτης παραγωγής, ο όμιλος αναμένεται να μειώσει σταδιακά την εξάρτησή του από τη χονδρεμπορική αγορά, να ενισχύσει τη στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) και να δημιουργήσει μεγαλύτερη αξία σε ολόκληρη την ενεργειακή αλυσίδα.
Ρουμανία, νέες αγορές και data centers
Η Ρουμανία εξελίσσεται πλέον στη δεύτερη σημαντικότερη αγορά του ομίλου, συνεισφέροντας περίπου το 22% των ενοποιημένων EBITDA, ενώ η ΔΕΗ έχει ήδη επεκτείνει τη δραστηριότητά της και στην Ιταλία, τη Βουλγαρία και την Κροατία, διατηρώντας σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης στις αγορές της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Οι αναλυτές θεωρούν ότι οι αγορές αυτές παρουσιάζουν ελκυστικές προοπτικές, καθώς η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται, οι παλαιές μονάδες ορυκτών καυσίμων αποσύρονται, οι διασυνδέσεις παραμένουν περιορισμένες και οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας διατηρούνται σε σχετικά υψηλά επίπεδα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον τομέα των data centers, ο οποίος θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σημαντική νέα πηγή αξίας, εφόσον επιβεβαιωθεί η ζήτηση από μεγάλους hyperscalers. Η διοίκηση εξετάζει ανάπτυξη δυναμικότητας 2 GW στην Ελλάδα, που περιλαμβάνεται στο αισιόδοξο σενάριο της Morgan Stanley, καθώς και επιπλέον 2 GW σε άλλες αγορές, τα οποία δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί στις προβλέψεις.
Περιθώρια ανόδου αλλά και κίνδυνοι
Παρά τη σημαντική άνοδο που έχει ήδη καταγράψει η μετοχή από τις αρχές του έτους, η Morgan Stanley θεωρεί ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω ανόδου έως τα 27 ευρώ ανά μετοχή έως τον Δεκέμβριο του 2027.
Ωστόσο, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι βασικός κίνδυνος παραμένει η υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου. Ενδεχόμενες καθυστερήσεις στα έργα, αυξήσεις του κόστους, δυσκολίες στις αδειοδοτήσεις, χαμηλότερες τιμές για την παραγωγή από ΑΠΕ, περικοπές παραγωγής (curtailment), μειωμένες αποδόσεις των νέων μονάδων, χαμηλότερη ζήτηση από τα data centers ή αυστηρότερες ρυθμιστικές παρεμβάσεις θα μπορούσαν να περιορίσουν τις αναπτυξιακές προοπτικές της εταιρείας.
Από την άλλη πλευρά, η Morgan Stanley σημειώνει ότι οι προβλέψεις της ενδέχεται να αποδειχθούν συντηρητικές εάν η ΔΕΗ υλοποιήσει ταχύτερα το επενδυτικό της πρόγραμμα, οι περιφερειακές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας παραμείνουν πιο «σφιχτές» για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, οι συμφωνίες με data centers προχωρήσουν νωρίτερα από το αναμενόμενο ή οι αποδόσεις των έργων ΑΠΕ και αποθήκευσης ξεπεράσουν τις σημερινές εκτιμήσεις.



