Το μερίδιο των ΑΠΕ παρουσιάζει σταθερή ανοδική πορεία από το 2004, όταν η αντίστοιχη αναλογία βρισκόταν μόλις στο 9,6%. Ωστόσο, η ΕΕ έχει ακόμη σημαντικό δρόμο να διανύσει, καθώς ο στόχος για το 2030 προβλέπει συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κατά 42,5% στη συνολική τελική κατανάλωση.
Για την επίτευξη του στόχου αυτού, απαιτείται από το 2026 έως το 2030 μια μέση ετήσια αύξηση της τάξης των 3,3 ποσοστιαίων μονάδων.
Σουηδία, Φινλανδία και Δανία πρωταθλήτριες στις ΑΠΕ
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, το υψηλότερο ποσοστό χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας καταγράφηκε στη Σουηδία, όπου το 65,4% της συνολικής τελικής ενεργειακής κατανάλωσης προήλθε από ΑΠΕ.
Η Σουηδία βασίζεται κυρίως στη στερεή βιομάζα, την υδροηλεκτρική ενέργεια και την αιολική παραγωγή.
Ακολούθησε η Φινλανδία με ποσοστό 53%, με κύριες πηγές τη στερεή βιομάζα, την αιολική και την υδροηλεκτρική ενέργεια.
Στην τρίτη θέση βρέθηκε η Δανία με 48,2%, όπου οι ανανεώσιμες πηγές προέρχονται κυρίως από τη στερεή βιομάζα, την αιολική ενέργεια και το βιοαέριο.
Τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στο Βέλγιο (14,9%), τη Σλοβακία (16,3%) και την Ιρλανδία (17,2%).
Σχεδόν η μισή ηλεκτρική ενέργεια στην ΕΕ προέρχεται από ΑΠΕ
Στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, οι ανανεώσιμες πηγές κάλυψαν το 49,9% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ το 2025, σημειώνοντας αύξηση 2,4 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το 2024.
Η πρόοδος είναι ιδιαίτερα σημαντική σε σύγκριση με το 2004, όταν οι ΑΠΕ αντιστοιχούσαν μόλις στο 15,9% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.
Σε εθνικό επίπεδο, τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν:
στην Αυστρία, όπου το 90,8% της ηλεκτρικής ενέργειας προήλθε από ανανεώσιμες πηγές,
- στη Σουηδία με 89,2%,
- στη Δανία με 77,7%,
- στην Πορτογαλία με 65,6%,
- στην Ελλάδα με 60,9%,
- και στην Ισπανία με 60,7%.
Αντίθετα, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στη Μάλτα (11,2%), την Τσεχία (19,2%), το Λουξεμβούργο (23,3%), τη Σλοβακία (24,1%) και την Κύπρο (27,5%).
Ήπια άνοδος των ΑΠΕ στη θέρμανση και ψύξη
Η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για θέρμανση και ψύξη συνέχισε επίσης να αυξάνεται στην ΕΕ.
Το 2025, το ποσοστό έφτασε στο 27,4%, το υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη της καταγραφής των στοιχείων το 2004, όταν βρισκόταν στο 11,7%.
Η αύξηση σε σχέση με το 2024 ήταν 0,7 ποσοστιαίες μονάδες (από 26,7%), ελαφρώς χαμηλότερη από τον μέσο ετήσιο ρυθμό ανόδου της περιόδου 2004-2025, ο οποίος διαμορφώθηκε στις 0,75 ποσοστιαίες μονάδες.



