Αναφερόμενος ειδικά στην περιοχή του Αξιού, στην Κεντρική Μακεδονία, επισήμανε ότι εκεί καλλιεργούνται περισσότερα από 30.000 εκτάρια, με ετήσια παραγωγή που ξεπερνά τους 230.000 τόνους. Όπως είπε, η Ελλάδα παρουσιάζει θετικό εμπορικό ισοζύγιο στον τομέα αυτό, αφού οι εξαγωγές υπερβαίνουν κατά πέντε φορές τον όγκο των εισαγωγών και κατά τρεις φορές την αξία τους τα τελευταία χρόνια.
«Αυτό αποδεικνύει ότι το ευρωπαϊκό ρύζι μπορεί να πετύχει εμπορικά, όταν προβάλλεται ως προϊόν ποιότητας, βιωσιμότητας και αυθεντικότητας», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, το εμπορικό περιβάλλον δεν είναι δίκαιο, καθώς υπάρχει πληθώρα αδασμολόγητων εισαγωγών από χώρες της Ασίας και κράτη που υπάγονται στο καθεστώς EBA, τα οποία εφαρμόζουν πρακτικές καλλιέργειας που δεν ευθυγραμμίζονται με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. «Αυτό δεν είναι ανταγωνισμός· είναι στρέβλωση», είπε, επισημαίνοντας την ανάγκη για δίκαιους και ισότιμους κανόνες.
Ο κ. Τσιάρας παρουσίασε τρεις βασικούς άξονες πάνω στους οποίους πρέπει να οικοδομηθεί μια κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική:
- Δίκαιη λειτουργία της αγοράς – Να εξασφαλιστεί αμοιβαιότητα στα πρότυπα για τα εισαγόμενα προϊόντα, και να εφαρμοστούν αποτελεσματικά μέτρα προστασίας.
- Διεθνής προβολή – Να επενδυθεί στην προστιθέμενη αξία και στις ιδιαίτερες ποικιλίες ρυζιού (όπως Arborio, Bomba και ελληνικές ποικιλίες), με οργανωμένες ενέργειες προώθησης σε αγορές υψηλής ζήτησης όπως αυτές της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής.
- Συνεργασία παραγωγών – Να ενισχυθεί ο νέος οργανισμός EURice, ο οποίος ενώνει παραγωγούς από Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Γαλλία, Ουγγαρία, Βουλγαρία και Ρουμανία, ώστε να υπάρξει ενιαία φωνή και συντονισμένη πίεση προς τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.
«Το ευρωπαϊκό ρύζι δεν είναι απλά ένα εμπόρευμα. Είναι ένας οικολογικός θησαυρός και μια εμπορική δυνατότητα. Με μια ισχυρή και ενωμένη στρατηγική μπορούμε να προστατεύσουμε τους αγρότες μας, να διεισδύσουμε σε νέες αγορές και να εξασφαλίσουμε ότι οι καταναλωτές παγκοσμίως θα επιλέγουν το ευρωπαϊκό ρύζι για την ποιότητά του, τη δικαιοσύνη και τη βιωσιμότητά του», κατέληξε ο Έλληνας υπουργός.



