Στο στόχαστρο της Ε.Ε. η Ελλάδα, αυτή τη φορά για μη εφαρμογή οδηγιών που αφορούν στην εσωτερική αγορά και ειδικότερα στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Αλλά δεν είναι η μόνη, καλούνται για τον ίδιο λόγο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή άλλα 12 μέλη και συγκεκριμένα το Βέλγιο, η Τσεχική Δημοκρατία, η Εσθονία, η Ιταλία, η Λετονία, το Λουξεμβούργο, οι Κάτω Χώρες, η Πορτογαλία, η Σλοβακία, η Ισπανία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θα ζητήσει από την Ελλάδα, το Βέλγιο, την Τσεχική Δημοκρατία, την Εσθονία, την Ιταλία, τη Λετονία, το Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες, την Πορτογαλία, τη Σλοβακία, την Ισπανία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο να εφαρμόσουν ταχέως την αναγκαία νομοθεσία σε ένα σύνολο 25 περιπτώσεων που καλύπτουν οδηγίες σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία χρηματοπιστωτικών ομίλων, την εξυγίανση και την εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων, τη δραστηριότητα ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος, τους κανόνες λογιστικής, την εκκαθάριση των ασφαλιστικών υπηρεσιών, τις ασφάλειες ζωής, τις ταχυδρομικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες πρόσβασης υπό όρους. Ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει στείλει αιτιολογημένη γνώμη σε Ελλάδα, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Πορτογαλία, Σουηδία, Τσεχική Δημοκρατία και Λετονία, λόγω της μη μεταφοράς, έως τον Αύγουστο του 2004, της οδηγίας 2002/87/ΕΚ σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων. Η συγκεκριμένη οδηγία καθορίζει μέτρα για την προληπτική εποπτεία αυτών των χρηματοοικονομικών ομάδων με σκοπό την εξασφάλιση της οικονομικής τους ευρωστίας και φερεγγυότητας. Η Επιτροπή αποφάσισε να στείλει αιτιολογημένη γνώμη στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, τη Σουηδία και την Τσεχική Δημοκρατία λόγω της μη μεταφοράς της οδηγίας 2001/24/ΕΚ για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η οδηγία προβλέπει ότι στην περίπτωση κήρυξης πτώχευσης ενός πιστωτικού ιδρύματος με υποκαταστήματα σε διάφορα κράτη μέλη, η διαδικασία εκκαθάρισης υπόκειται σε μια ενιαία διαδικασία πτώχευσης που κινείται στο κράτος μέλος στο οποίο το πιστωτικό ίδρυμα έχει την έδρα του (γνωστό ως κράτος καταγωγής) και διέπεται από μία και μόνη πτωχευτική νομοθεσία - εκείνη του κράτους καταγωγής. Εφόσον η οδηγία δεν εφαρμόζεται πλήρως από όλα τα κράτη μέλη, υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης των δικαιοδοσιών, ενώ δεν εξασφαλίζεται η ίση μεταχείριση των πιστωτών στα διάφορα κράτη μέλη. Η Επιτροπή αποφάσισε να στείλει αιτιολογημένη γνώμη στην Ελλάδα, το Βέλγιο, την Ισπανία, την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Λουξεμβούργο ζητώντας τους να μεταφέρουν την οδηγία 2003/51/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο, η οποία αφορά τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς εταιριών ορισμένων μορφών, τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Οι οδηγίες αυτές καθορίζουν ποια είδη εταιριών πρέπει να τηρούν λογαριασμούς, θεσπίζουν το μορφότυπο που πρέπει να χρησιμοποιείται για το λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης και τον ισολογισμό και καθορίζουν τις αρχές αποτίμησης που πρέπει να εφαρμόζονται. Οι οδηγίες επιβάλλουν επίσης απαιτήσεις για τη γνωστοποίηση των λογαριασμών. Τα ανωτέρω κράτη μέλη δεν απάντησαν ή δεν έδωσαν ικανοποιητική απάντηση στην προειδοποιητική επιστολή που εστάλη το Μάρτιο του 2005. Τέλος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία επί παραβάσει κατά 16 κρατών μελών, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, για τη μη εφαρμογή διαφόρων οδηγιών σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Η Επιτροπή θα ζητήσει επίσημα από το Βέλγιο, την Τσεχική Δημοκρατία, την Ελλάδα, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιρλανδία, την Κύπρο, τη Λετονία, το Λουξεμβούργο, την Ουγγαρία, τις Κάτω Χώρες, την Πολωνία, την Πορτογαλία, τη Φινλανδία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο να εφαρμόσουν άμεσα την αναγκαία νομοθεσία σε συνολικά 57 υποθέσεις που καλύπτουν οδηγίες για καταχρηστικές πρακτικές στην αγορά. Τα αιτήματα αυτά θα λάβουν τη μορφή «αιτιολογημένης γνώμης», η οποία συνιστά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας επί παραβάσει σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ. Εάν ένα κράτος μέλος που λάβει αιτιολογημένη γνώμη δεν απαντήσει ικανοποιητικά εντός της προθεσμίας (συνήθως δύο μήνες), η Επιτροπή μπορεί να παραπέμψει το θέμα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.