Στο επίκεντρο της ατζέντας βρίσκονται η ανταγωνιστικότητα, η μείωση του ενεργειακού κόστους και η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης.
Πιο συγκεκριμένα, σε μια συγκυρία κατά την οποία το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, η δυνατότητα αξιοποίησης της Εθνικής Ρήτρας Διαφυγής (National Escape Clause – NEC) αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η διεύρυνση της δημοσιονομικής ευελιξίας, ώστε πέρα από τις αμυντικές δαπάνες να μπορεί να καλύπτει και επενδύσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και μειώνουν την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επιτάχυνση σημαντικών έργων. Παράλληλα, η πρόταση της αγοράς για κίνητρα πράσινων και ψηφιακών επενδύσεων έρχεται να συμπληρώσει το παζλ, με φορολογικά εργαλεία που θα μπορούσαν να κατευθύνουν περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια σε επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το φορολογικό πακέτο που βρίσκεται υπό διαμόρφωση περιλαμβάνει την κατάργηση του Τέλους Επιτηδεύματος, τη σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου και νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα. Το συνολικό δημοσιονομικό περιθώριο για το 2027 υπολογίζεται περίπου στα 1,6 δισ. ευρώ.
Για τις ατομικές επιχειρήσεις, οι οποίες ξεπερνούν τις 850.000, εξετάζεται παράλληλα η αξιοποίηση ειδικού αλγορίθμου, ο οποίος θα συνδέει το ύψος του τεκμαρτού εισοδήματος με τον βαθμό φορολογικής και ασφαλιστικής συμμόρφωσης.
Η πράσινη επένδυση στο επίκεντρο
Η πρόταση για κίνητρα στις πράσινες και ψηφιακές επενδύσεις αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Η κατεύθυνση είναι η φορολογική πολιτική να λειτουργήσει όχι μόνο ως μηχανισμός άντλησης εσόδων, αλλά και ως εργαλείο προσέλκυσης κεφαλαίων σε επενδύσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα, περιορίζουν το ενεργειακό κόστος και επιταχύνουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Στην ίδια λογική κινείται η πρόταση για σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των νομικών προσώπων, αλλά και η σύνδεση της προκαταβολής φόρου με αναπτυξιακά κριτήρια, όπως οι επενδύσεις, η δημιουργία θέσεων εργασίας και η αποδεδειγμένη αναπτυξιακή δραστηριότητα.
Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθεί ένας κύκλος στον οποίο η φορολογική ελάφρυνση θα ενισχύει τη ρευστότητα των επιχειρήσεων και μέρος αυτής της ρευστότητας θα κατευθύνεται σε επενδύσεις, μεταξύ άλλων σε τεχνολογίες εξοικονόμησης ενέργειας, ψηφιακά συστήματα, ανανεώσιμες πηγές και υποδομές ενεργειακής αποδοτικότητας.
Περισσότερα από 1 δισ. ευρώ για ενεργειακές επενδύσεις
Στο μεταξύ, η ενεργειακή διάσταση αποκτά ξεχωριστό δημοσιονομικό εργαλείο μέσω της Εθνικής Ρήτρας Διαφυγής. Η συγκεκριμένη δυνατότητα προβλέπει δημοσιονομική ευελιξία για επενδύσεις που ενισχύουν την ενεργειακή ανθεκτικότητα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και κατόπιν ευρωπαϊκής έγκρισης. Η Ελλάδα έχει ήδη αξιοποιήσει τη ρήτρα για τις αμυντικές δαπάνες και επιδιώκει πλέον την αξιοποίησή της και για ενεργειακές επενδύσεις.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το σχεδιαζόμενο επενδυτικό πρόγραμμα εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ έως το 2028, με χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους.
Στο πακέτο περιλαμβάνονται έργα που μπορούν να έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος, όπως:
- συστήματα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειαςαπό Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας,
- έργα εξοικονόμησης και ενεργειακής αποδοτικότητας,
- ενεργειακή αναβάθμιση δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων,
- εγκατάσταση αντλιών θερμότητας και ηλιακών θερμοσιφώνων,
- ηλεκτρικές διασυνδέσεις νησιών,
- κρίσιμες ενεργειακές υποδομές που ενισχύουν την ασφάλεια και την αξιοπιστία του συστήματος.
Η εξειδίκευση των έργων αναμένεται να γίνει το επόμενο διάστημα σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία.
Τι αλλάζει για τα νοικοκυριά
Η ενεργοποίηση της δημοσιονομικής ευελιξίας δεν σημαίνει ότι δημιουργείται ένας νέος μηχανισμός άμεσης επιδότησης των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας. Η σημασία της είναι περισσότερο στρατηγική και αφορά τη δυνατότητα χρηματοδότησης υποδομών που μπορούν να μειώσουν το ενεργειακό κόστος σε βάθος χρόνου.
Περισσότερη αποθήκευση σημαίνει καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγής από ΑΠΕ και μεγαλύτερη δυνατότητα περιορισμού της σπατάλης πράσινης ενέργειας. Τα έργα ενεργειακής αναβάθμισης μειώνουν την κατανάλωση κτιρίων, ενώ η διάδοση αντλιών θερμότητας και ηλιακών θερμοσιφώνων μπορεί να περιορίσει την εξάρτηση των νοικοκυριών από συμβατικά καύσιμα.
Την ίδια στιγμή, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις και η αναβάθμιση κρίσιμων υποδομών ενισχύουν την αξιοπιστία του συστήματος, με ιδιαίτερη σημασία για τα νησιά και τις περιοχές όπου οι ανάγκες ηλεκτροδότησης αυξάνονται σημαντικά κατά τους θερινούς μήνες.
Η ρήτρα δεν σημαίνει «λευκή επιταγή»
Η νέα δημοσιονομική ευελιξία δεν συνεπάγεται ότι οι συγκεκριμένες δαπάνες παύουν να επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά. Οι επενδύσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν το πρωτογενές αποτέλεσμα και το δημόσιο χρέος.
Η διαφορά βρίσκεται στο ότι, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, οι σχετικές δαπάνες δεν προσμετρώνται με τον ίδιο τρόπο στο όριο αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών που προβλέπει το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης. Με άλλα λόγια, δημιουργείται πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος για στρατηγικές επενδύσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι επενδύσεις είναι δημοσιονομικά «δωρεάν».
Για την ενεργειακή ανθεκτικότητα προβλέπεται δυνατότητα εξαίρεσης δαπανών έως 0,3% του ΑΕΠ ετησίως και έως 0,6% σωρευτικά για την περίοδο 2026-2028, με τις προβλεπόμενες δικλίδες δημοσιονομικής βιωσιμότητας να παραμένουν σε ισχύ.
Από την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων
Η αλλαγή προσέγγισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν είναι τυχαία. Η ενεργειακή ασφάλεια αντιμετωπίζεται πλέον ως αναπόσπαστο κομμάτι της οικονομικής ανθεκτικότητας, καθώς η εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα αφήνει τις ευρωπαϊκές οικονομίες εκτεθειμένες στις γεωπολιτικές εξελίξεις και στις έντονες διακυμάνσεις των διεθνών τιμών.
Η ταχύτερη ανάπτυξη εγχώριας καθαρής παραγωγής, η αποθήκευση, οι διασυνδέσεις και η ενεργειακή αποδοτικότητα μπορούν, συνεπώς, να λειτουργήσουν όχι μόνο ως περιβαλλοντική πολιτική, αλλά και ως πολιτική ανταγωνιστικότητας.
Αυτό είναι και το σημείο όπου συναντώνται οι δύο δέσμες παρεμβάσεων: από τη μία, ο δημόσιος επενδυτικός σχεδιασμός που αποκτά μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία και, από την άλλη, τα φορολογικά κίνητρα που μπορούν να ενεργοποιήσουν ιδιωτικές επενδύσεις.
Το ευρύτερο φορολογικό πακέτο
Πέρα από τις πράσινες και ψηφιακές επενδύσεις, η Διαρκής Επιστημονική Επιτροπή των φορέων της αγοράς έχει προτείνει ένα ευρύ πλέγμα αλλαγών στη φορολογία και στο επιχειρηματικό περιβάλλον.
Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται η πλήρης ή σταδιακή κατάργηση του Τέλους Επιτηδεύματος, η μείωση του μη μισθολογικού κόστους, η καθιέρωση καθεστώτος επιβράβευσης συνεπών φορολογουμένων, ειδικά κίνητρα για νεοφυείς επιχειρήσεις, η αναμόρφωση του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος των ελευθέρων επαγγελματιών και η βελτίωση της πάγιας ρύθμισης οφειλών.
Στο πακέτο περιλαμβάνονται επίσης ταχύτερες επιστροφές φόρων, αναλογικότερο σύστημα προστίμων, δυνατότητα αυτοδιόρθωσης, περαιτέρω ψηφιοποίηση των φορολογικών διαδικασιών, ενίσχυση των ψηφιακών διασταυρώσεων και θεσμοθέτηση της συνεργατικής συμμόρφωσης για τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Παράλληλα, προτείνονται μέτρα για την ενίσχυση της ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η εφαρμογή SME Test στις σημαντικές νέες ρυθμίσεις, η δημιουργία ειδικού ακατάσχετου επιχειρηματικού λογαριασμού και κίνητρα για την επανεπένδυση των επιχειρηματικών κερδών.
Ακίνητα και ενεργειακή αναβάθμιση
Ιδιαίτερη σημασία για την ενεργειακή αγορά έχει και το σκέλος των προτάσεων που αφορά το κτιριακό απόθεμα.
Η ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών για μακροχρόνια μίσθωση, ο εκσυγχρονισμός του ΕΝΦΙΑ, το Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ), αλλά και οι παρεμβάσεις για την αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό των κτιρίων, μπορούν να συνδεθούν με την ευρύτερη προσπάθεια βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας.
Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζεται η περαιτέρω παράταση της αναστολής ΦΠΑ στις οικοδομές πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2026, καθώς και η παράταση της αναστολής του φόρου υπεραξίας από μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας.
Το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Το συνολικό σχέδιο που διαμορφώνεται συνδέει, πάπντως, για πρώτη φορά με τόσο σαφή τρόπο, τη δημοσιονομική πολιτική, τη φορολογία των επιχειρήσεων και την ενεργειακή ασφάλεια. Για την αγορά, βέβαια, το κρίσιμο ζητούμενο είναι πλέον αν ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος και τα φορολογικά κίνητρα θα μετατραπούν σε πραγματικές επενδύσεις: σε αποθήκευση, ΑΠΕ, ενεργειακή αποδοτικότητα, εξηλεκτρισμό, ψηφιακές υποδομές και αναβάθμιση κτιρίων.
Σε αυτή την εξίσωση, η πράσινη μετάβαση δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως υποχρέωση για την επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων. Αποτελεί ταυτόχρονα εργαλείο μείωσης του ενεργειακού κόστους, ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και θωράκισης της ελληνικής οικονομίας απέναντι στις επόμενες ενεργειακές και γεωπολιτικές κρίσεις.
Το τελικό πακέτο των μέτρων θα εξαρτηθεί από τις δημοσιονομικές δυνατότητες και τις κυβερνητικές αποφάσεις, ενώ οι προτάσεις της αγοράς αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο πρόσθετων παρεμβάσεων που δεν έχουν ακόμη παρουσιαστεί δημόσια.





