Τον θάνατό του ανακοίνωσε η πρώην σύζυγός του, Σέλι Μάιλς, διαβάζοντας μήνυμα που είχε προετοιμάσει ο ίδιος: «Είχα μια καταπληκτική ζωή. Έδωσα ό,τι είχα». Τον Μάιο του 2025 είχε αποκαλύψει ότι έπασχε από μεταστατικό καρκίνο του προστάτη, με περιορισμένο προσδόκιμο ζωής.
Ο Άνταμς εργαζόταν ως μηχανικός στην Pacific Bell όταν, τη δεκαετία του 1980, άρχισε να σχεδιάζει σκίτσα στο γραφείο του. Από αυτά γεννήθηκε ο Dilbert, ένας άφωνος, απογοητευμένος υπάλληλος, και το κόμικ έκανε πρεμιέρα το 1989. Σύντομα δημοσιευόταν σε περισσότερες από 2.000 εφημερίδες παγκοσμίως, σατιρίζοντας την εταιρική γραφειοκρατία, την ανικανότητα της διοίκησης και τη ζωή στο «κουβούκλιο», πολύ πριν το The Office.
Ο Άνταμς αξιοποίησε νωρίς το διαδίκτυο, δημιούργησε ιστότοπο και αλληλεπίδρασε με τους αναγνώστες του. Το 1996 εξέδωσε το επιτυχημένο βιβλίο «The Dilbert Principle», υποστηρίζοντας –μισοαστεία, μισοσοβαρά– ότι οι πιο αναποτελεσματικοί εργαζόμενοι προωθούνται στη διοίκηση.
Με τα χρόνια, το «Dilbert» έγινε εμπορικό φαινόμενο: βιβλία, τηλεοπτική σειρά, προϊόντα και συνεργασίες. Παράλληλα, ο Άνταμς έγραφε blogs για πολιτική και κοινωνικά θέματα, προκαλώντας συχνά αντιδράσεις. Αν και δήλωνε ανεξάρτητος, υιοθέτησε όλο και πιο δεξιές, προκλητικές απόψεις, υποστήριξε τον Ντόναλντ Τραμπ και απέκτησε φήμη ψηφιακού προβοκάτορα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2020, σχόλιά του για τη φυλή και την έννοια της «πολιτικής ορθότητας» οδήγησαν εκατοντάδες εφημερίδες να διακόψουν τη συνεργασία τους με το «Dilbert». Ο ίδιος υπερασπίστηκε τις δηλώσεις του και μετέφερε το κόμικ σε συνδρομητική πλατφόρμα.
Γεννημένος το 1957 στη Νέα Υόρκη, ο Άνταμς σπούδασε οικονομικά και απέκτησε MBA πριν αφοσιωθεί στη γελοιογραφία. Παρά τις αντιφάσεις και τις έντονες διαμάχες γύρω από το πρόσωπό του, άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη σάτιρα του σύγχρονου εργασιακού κόσμου.