Με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (IMO), η G.S.C.C. ξεκαθαρίζει ότι η πρόσφατη αναβολή συζητήσεων δεν συνιστά καθυστέρηση, αλλά ευκαιρία επαναπροσδιορισμού της πολιτικής διαδικασίας, ώστε να στηριχθεί σε ρεαλιστικές βάσεις.
«Οι αποφάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον της ναυτιλίας πρέπει να λαμβάνονται με τη συμμετοχή όσων βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των θαλάσσιων μεταφορών», σημειώνει η Επιτροπή, τονίζοντας ότι η μετάβαση σε ναυτιλία μηδενικών εκπομπών έως το 2050 απαιτεί συνεργασία, τεχνολογική ευελιξία και διαφάνεια.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι ναυτιλιακές εταιρείες μέχρι σήμερα παρακολουθούν τη διαδικασία διαμόρφωσης πολιτικής «από τα πλευρικά καθίσματα», τη στιγμή που οι αποφάσεις που λαμβάνονται θα καθορίσουν το επιχειρηματικό τους μέλλον.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της Ελληνικής Επιτροπής Ναυτιλιακής Συνεργασίας έχει ως εξής:
«Τα γεγονότα της περασμένης Παρασκευής στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (IMO) δεν σηματοδοτούν καθυστέρηση στη διαμόρφωση μιας συνολικής πολιτικής για την απανθρακοποίηση. Αντίθετα, αποτελούν μια ευκαιρία να ακουστεί πιο δυνατά η φωνή όσων βρίσκονται στο επίκεντρο της ναυτιλιακής δραστηριότητας – της ίδιας της ναυτιλιακής κοινότητας.
Μέχρι σήμερα, οι ναυτιλιακές εταιρείες έχουν παρακολουθήσει τις διεργασίες από τα «πλευρικά καθίσματα», ενώ βρίσκονται σε μια κρίσιμη στιγμή όπου καθορίζονται οι κανόνες για το μέλλον τους. Είναι λοιπόν απαραίτητο να συμμετάσχουν ενεργά, ώστε να δημιουργηθεί μια ρεαλιστική και εφαρμόσιμη πολιτική, που θα επιλέγει όλα τα διαθέσιμα καύσιμα χαμηλών και μηδενικών εκπομπών και όλες τις τεχνολογίες που μπορούν να οδηγήσουν στον στόχο του 2050.
Τα καύσιμα που θα καθοριστούν –ρητά ή άρρητα– ως υποχρεωτικά για την επίτευξη της απανθρακοποίησης πρέπει να είναι ταυτόχρονα διαθέσιμα και ασφαλή. Η σημερινή έλλειψη πολλών από τα λεγόμενα «μεταβατικά καύσιμα» δεν βοηθά τον κλάδο να προχωρήσει μπροστά.
Παράλληλα, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι διαφορετικοί τομείς της ναυτιλίας, όπως η tramp shipping και η liner shipping, ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές προς τον ίδιο στόχο, κάτι που πρέπει να αντικατοπτρίζεται στους κανονισμούς.
Επιπλέον, χρειάζεται διαφάνεια και λογοδοσία για τα κονδύλια που πρόκειται να συγκεντρωθούν στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης. Αν υπάρξουν πραγματικά δεσμευμένα κεφάλαια για έρευνα και ανάπτυξη στη ναυτιλία, μπορεί να βρεθούν ουσιαστικές λύσεις πριν να είναι αργά.
Οι μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες, που δραστηριοποιούνται σε όλους τους βασικούς τομείς του κλάδου και θα είναι αυτές που τελικά θα εφαρμόσουν την πολιτική απανθρακοποίησης, πρέπει να βρίσκονται στο τραπέζι των αποφάσεων. Μόνο με τη στενή συμμετοχή τους μπορεί να χαραχθεί ένας ρεαλιστικός και εφαρμόσιμος δρόμος προς τη ναυτιλία μηδενικών εκπομπών».



