Η ελληνόκτητη ναυτιλία δεν βρίσκεται σε φάση υποχώρησης. Αντιθέτως. Οι Έλληνες διαχειριστές εξακολουθούν να ελέγχουν τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο και να επενδύουν επιθετικά στην ανανέωσή του, με εκατοντάδες πλοία υπό παραγγελία. Δεν υπάρχει άλλη ευρωπαϊκή βιομηχανία που να διατηρεί αντίστοιχη παγκόσμια κυριαρχία στον τομέα της.
Κι όμως, η ατμόσφαιρα που επικρατεί σήμερα στον κλάδο δεν χαρακτηρίζεται από εφησυχασμό. Ο λόγος είναι απλός. Οι κανόνες του παιχνιδιού αλλάζουν με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι οι ίδιες οι αγορές.
Το πρώτο μέτωπο αφορά την ανταγωνιστικότητα. Η Ευρώπη συνεχίζει να αντιμετωπίζει τη ναυτιλία κυρίως ως αντικείμενο ρύθμισης και λιγότερο ως στρατηγικό πλεονέκτημα. Την ίδια στιγμή, άλλες χώρες εφαρμόζουν πολιτικές που ενισχύουν ενεργά τους στόλους και τις ναυτιλιακές τους επιχειρήσεις. Η Κίνα αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η ναυτιλία εκεί δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά ως εργαλείο εθνικής ισχύος.
Αυτό ακριβώς είναι το δίλημμα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη. Θέλει να παραμείνει ναυτιλιακή δύναμη ή αρκείται στον ρόλο του ρυθμιστή που παρακολουθεί άλλους να κυριαρχούν στην αγορά;
Το δεύτερο μέτωπο αφορά την πράσινη μετάβαση. Η ναυτιλία βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας συζήτησης για τη μείωση των εκπομπών ρύπων. Ωστόσο υπάρχει μια αντίφαση που συχνά παραβλέπεται. Οι πλοιοκτήτες καλούνται να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες, χωρίς να είναι ακόμη σαφές ποια καύσιμα θα επικρατήσουν τις επόμενες δεκαετίες, ποια δίκτυα ανεφοδιασμού θα δημιουργηθούν και ποιο θα είναι το τελικό κόστος της μετάβασης.
Με απλά λόγια, η διεθνής κοινότητα ζητά από τη ναυτιλία να τρέξει πιο γρήγορα από την ίδια την ενεργειακή βιομηχανία.
Το τρίτο μέτωπο είναι ίσως το πιο ανησυχητικό. Η έλλειψη νέων ανθρώπων που επιλέγουν τη θάλασσα ως επαγγελματική σταδιοδρομία. Η Ελλάδα παραμένει μια ναυτική χώρα, αλλά δεν είναι πλέον αυτονόητο ότι οι νέες γενιές βλέπουν το πλοίο ως επαγγελματική επιλογή. Οι γεωπολιτικές κρίσεις, οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και η αλλαγή των κοινωνικών προτύπων έχουν επηρεάσει την ελκυστικότητα του επαγγέλματος.
Κι εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για το μέλλον. Τα πλοία μπορούν να παραγγελθούν. Οι μηχανές μπορούν να αντικατασταθούν. Οι τεχνολογίες μπορούν να εξελιχθούν. Οι ναυτικοί όμως δεν παράγονται με υπουργικές αποφάσεις ούτε με διεθνείς κανονισμούς. Χρειάζονται χρόνο, εκπαίδευση και κυρίως ανθρώπους που να θέλουν να ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο.
Το βασικό μήνυμα που προέκυψε από τα Ποσειδώνια είναι ότι η ελληνόκτητη ναυτιλία δεν φοβάται τον ανταγωνισμό. Έχει αποδείξει πολλές φορές ότι μπορεί να επιβιώσει από κρίσεις, πολέμους, οικονομικές καταρρεύσεις και ανατροπές των αγορών.
Εκείνο που την απασχολεί σήμερα είναι αν οι πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται σε διεθνές επίπεδο θα επιτρέψουν στη ναυτιλία να συνεχίσει να υπηρετεί τον ρόλο για τον οποίο υπάρχει εδώ και αιώνες, να μεταφέρει το παγκόσμιο εμπόριο με ασφάλεια, αποτελεσματικότητα και ανταγωνιστικό κόστος.
Και αυτή δεν είναι μόνο υπόθεση των διαχειριστών. Είναι υπόθεση της παγκόσμιας οικονομίας.



