• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Ακρίβεια: Οι δύο πληγές της αγοράς και οι «συνταγές ίασης»
08:39 - 28 Ιουν 2024

Ακρίβεια: Οι δύο πληγές της αγοράς και οι «συνταγές ίασης»

Στρεβλώσεις της αγοράς και ελλιπή ανταγωνισμό καταγράφει ως βασικές αιτίες για την ακρίβεια, στην τριμηνιαία έκθεση, που δημοσιοποίησε χθες (27/6), το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Παράλληλα καταγράφει μια σειρά από μέτρα, που όπως υποστηρίζει, μπορεί να δώσουν “ανάσα” και να οδηγήσουν σε βελτιώσεις στις τιμές. Τέτοια είναι η ενίσχυση των συνεταιρισμών για βελτίωση της διαπραγματευτικής τους θέσης, η προώθηση στο κοινό προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας αλλά και μεγαλύτερων συσκευασιών, αλλά και η χρήση της τεχνολογίας με εφαρμογές κτλ για μεγαλύτερη δυνατότητα σύγκρισης τιμών.

Το γραφείο τάσσεται δε κατά του μέτρου μειώσεων ΦΠΑ, καθώς όπως υποστηρίζει, σε αγορές, όπως η Ελλάδα με ελλιπή ανταγωνισμό. δε θα έχει αποτέλεσμα.

Όπως σημειώνει το Γραφείο, μια πρόσφατη μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδας εξέτασε τις διαφορές στις τιμές προϊόντων (“ακρίβεια”) σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Ισπανία.

Οι δύο πληγές

Η μελέτη έδειξε ότι η ελληνική αγορά λιανικής βρίσκεται, σε σχέση με την Ισπανική, πιο μακριά από συνθήκες τέλειου ανταγωνισμού. Επιπρόσθετα, το καταναλωτικό προφίλ των Ελλήνων τείνει στην αγορά σχετικά μικρών ποσοτήτων συγκριτικά με άλλες χώρες γεγονός που ευνοεί υψηλότερο επίπεδο τιμών ανά μονάδα προϊόντος. Μάλιστα, ια παράδειγμα, όπως αναφέρεται, αν στην Ελλάδα ο καταναλωτής επέλεγε μεγαλύτερη συσκευασία χυμών που αντιστοιχεί στον μ.ο. 1,2 λίτρα της Γερμανικής αγοράς θα οδηγούσε σε μείωση της τιμής τους κατά 22,5%.

Αναφορικά με το πρόβλημα της “ακρίβειας” τροφίμων, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού, η μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδας αναλύει τις τιμές 45 κατηγοριών προϊόντων (επεξεργασμένα τρόφιμα και άλλα καταναλωτικά προϊόντα ευρείας χρήσεις) σε 10 χώρες της Ευρωζὠνης και επισημαίνει ότι το πρόβλημα είναι δομικό, διαχρονικό και Ευρωπαϊκό καθώς οι τιμές εμφανίζουν μεγάλη διακύμανση ανά χώρα.

Τα χαρακτηριστικά της προέρχονται τόσο από την πλευρά της προσφοράς αλλά και της ζήτησης. Συγκεκριμένα, η Ελληνική αγορά, αν και όχι η μοναδική, χαρακτηρίζεται από δύο καθοριστικούς παράγοντες που κρατάνε υψηλότερα τις τιμές σε σχέση με άλλες χώρες.

1. Υψηλή συγκέντρωση και χαμηλό ανταγωνισμό

2. Ισχυρές καταναλωτικές συνήθειες προς μικρότερες συσκευασίες (cost indifference ή inattention) που συνεπάγονται υψηλότερη τιμή ανά μονάδα προϊόντος. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης αν στην Ελλάδα ο καταναλωτής επέλεγε μεγαλύτερη συσκευασία χυμών που αντιστοιχεί στον μ.ο. 1,2 λίτρα της Γερμανικής αγοράς θα οδηγούσε σε μείωση της τιμής τους κατά 22,5%.

Η “ίαση”

Σε σχέση με τον πρώτο παράγοντα, το Γραφείο θεωρεί ως απαραίτητα μέτρα: την ενίσχυση του ανταγωνισμού με άρση γραφειοκρατικών και άλλων εμποδίων για είσοδο νέων επιχειρήσεων, την αύξηση του αριθμού των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας καθώς φαίνεται ότι βοηθούν στην αποκλιμάκωση τιμών επώνυμων προϊόντων, και την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος των αγροτικών παραγωγών με ίδρυση υγιών συνεταιρισμών.

Σε σχέση με τον δεύτερο παράγοντα, που σύμφωνα με την μελέτη έχει και την μεγαλύτερη επίδραση στις τιμές, την ενίσχυση των market watch apps, συμπληρωματικά με το e-καταναλωτής - όπως ανέφερε το Γραφείο και στην προηγούμενη τριμηνιαία έκθεσή του -, για μεγαλύτερη διαφάνεια και παρακολούθηση τιμών, αλλά και δυνατότητα σύγκρισης συνολικού καλαθιού αγορών που θα επιλέγει ο καταναλωτής.

Τέλος, από τα ευρήματα της μελέτης σχετικά με την συμπεριφορά των καταναλωτών διαφαίνεται και η ανάγκη ενίσχυσης βασικής χρηματοοικονομικής κατάρτισης των πολιτών. Σε αυτό το πλαίσιο θα ήταν χρήσιμο οι αρμόδιοι φορείς να ενημερώνουν αποτελεσματικά τους καταναλωτές ότι η συνήθειες τους έχουν σημαντική επίδραση στην διαμόρφωση των τιμών.
Γιώργος Αλεξάκης
Τελευταία τροποποίηση στις 28/06/2024 - 08:47