Όλα αυτά είναι πολύτιμα. Εκείνη όμως τη στιγμή που οι συνθήκες αλλάζουν, θα χρειαστεί και κάτι που δεν του προσφέρει η οθόνη. Την κρίση που αποκτά κανείς δίπλα σε ανθρώπους οι οποίοι έχουν περάσει από αντίστοιχες καταστάσεις, έχουν κάνει λάθη και έχουν μάθει να αναγνωρίζουν εγκαίρως τον κίνδυνο. Αυτό, στην Ελλάδα, το λέμε ναυτοσύνη.
Η λέξη περιγράφει περισσότερα από την ικανότητα χειρισμού ενός πλοίου. Περιλαμβάνει την παρατήρηση, την πρόβλεψη, την ψυχραιμία και το αίσθημα ευθύνης απέναντι στο πλήρωμα, στο φορτίο και στη θάλασσα. Είναι γνώση που μεταφέρεται με την εκπαίδευση, αλλά και με την κοινή βάρδια, τη συζήτηση μετά από μια δύσκολη απόφαση, το παράδειγμα του έμπειρου προς τον νεότερο. Δεν παραδίδεται ολόκληρη σε μια αίθουσα ούτε αποτυπώνεται πλήρως σε ένα εγχειρίδιο.
Στο Splash Singapore, ο επικεφαλής της X-Press Feeders, Shmulick Yoskovitz, είπε ότι αναζητεί στους ανθρώπους της ναυτιλίας τις ίδιες βασικές ιδιότητες που αναζητούσε εδώ και δεκαετίες, την περιέργεια, την ικανότητα συνεργασίας και την διάθεση να εργαστούν σε διεθνές περιβάλλον.
Η επισήμανσή του έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή έγινε με αφορμή μια συζήτηση για την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη. Οι απαιτήσεις της δουλειάς μεγαλώνουν, αλλά ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται ένας αξιόπιστος επαγγελματίας εξακολουθεί να στηρίζεται στη μαθητεία, στην εμπειρία και στη σχέση με τους άλλους.
Το ίδιο ισχύει και στη στεριά. Ο νέος μαθαίνει την αγορά παρακολουθώντας πώς ένας παλαιότερος ζυγίζει έναν αντισυμβαλλόμενο, μια διαδρομή ή έναν όρο της σύμβασης. Ο νέος τεχνικός επιθεωρητής αποκτά κρίση όταν συνδέει όσα δείχνει το σύστημα παρακολούθησης με όσα βλέπουν και ακούν οι άνθρωποι στο μηχανοστάσιο.
Η ναυτοσύνη των Ελλήνων καλλιεργήθηκε έτσι και στα γραφεία, μέσα από αυτή τη συνεχή ανταλλαγή ανάμεσα στο πλοίο, στο τεχνικό τμήμα και στην αγορά.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα κάνει πολλά από αυτά τα στελέχη ταχύτερα. Μπορεί να συγκρίνει συμβάσεις, να εντοπίσει αποκλίσεις στην κατανάλωση, να συγκεντρώσει κανονιστικές απαιτήσεις και να επεξεργαστεί περισσότερες πληροφορίες από όσες θα μπορούσε ένας άνθρωπος στον ίδιο χρόνο. Η αξία της είναι πραγματική.
Το ερώτημα όμως είναι ποιος θα καταλάβει πότε μια πρότασή της βασίζεται σε ελλιπή στοιχεία, ποιος θα ακούσει τον πλοίαρχο όταν η εικόνα επί του πλοίου διαφέρει από την εικόνα του γραφείου και ποιος θα αναλάβει τελικά την απόφαση.
Γι’ αυτό η μεταφορά της τεχνογνωσίας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Αν οι εταιρείες περιορίσουν την επαφή των νεότερων με τους έμπειρους ανθρώπους τους επειδή «το σύστημα δίνει την απάντηση», θα αποδυναμώσουν ακριβώς την κρίση που χρειάζεται για να ελέγχεται το σύστημα. Η εκπαίδευση στη χρήση των νέων εργαλείων πρέπει να προχωρήσει μαζί με τη μαθητεία στο πλοίο και στο γραφείο.
Η ναυτοσύνη δεν έμεινε ζωντανή επειδή οι Έλληνες της θάλασσας αρνήθηκαν τις νέες τεχνολογίες. Έμεινε ζωντανή επειδή έμαθαν να τις χρησιμοποιούν χωρίς να παραδίδουν σε αυτές την ευθύνη τους. Αυτό είναι το μάθημα που αξίζει να περάσει και στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.



