Υπενθυμίζεται ότι η Scope ήταν ο πρώτος οίκος που αναβάθμισε την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα, το 2023 και έχει κατά καιρούς επισημάνει τις προσδοκίες του για περαιτέρω μείωση του ελληνικού χρέους, ισχυρότερα των προβλέψεων πρωτογενή πλεονάσματα, ανάκαμψη του τραπεζικού συστήματος και μείωση των οικονομικών ανισορροπιών.
Ανάλογες προβλέψεις κάνει και τώρα, αν και επισημαίνει πως το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει 40% χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η χώρα, πάντως, εμφανίζει ισχυρή ανάπτυξη από το 2020, με ώθηση από την ιδιωτική κατανάλωση, τις ιδιωτικές επενδύσεις, τα κρατικά μέτρα και το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Το υψηλό επίπεδο του χρέους (158% του ΑΕΠ) αποτελεί, σύμφωνα με τη Scope, τη βασική αδυναμία της Ελλάδας, καθώς μπορεί να περιορίσει την ικανότητα της κυβέρνησης να στηρίξει την οικονομία στις άσχημες περιόδους.
Ο πολιτικός κίνδυνος χαρακτηρίζεται ήπιος για τα επόμενα χρόνια, με τον οίκο να σημειώνει, πάντως, ότι θα μπορούσε να αυξηθεί πιο μακροπρόθεσμα. Οι δομικές αδυναμίες της οικονομίας και οι προκλήσεις του δημογραφικού επιβαρύνουν την μακροπρόθεσμη τάση της ανάπτυξης και τα επίπεδα του πλούτου.
Ενώ η ανεργία μειώθηκε το 2024 στο 9,4%, παραμένει αρκετά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 5,9%. Επιπλέον, τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν τους χαμηλούς μισθούς, οι οποίοι είναι περίπου 20% χαμηλότεροι σε σχέση με πριν από 15 χρόνια.
Η κυριαρχία των θέσεων εργασίας χαμηλών απολαβών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων επιβαρύνει την παραγωγικότητα και την φορολογική βάση.










