Με την επικύρωση της πολυμερούς συμφωνίας για το Crypto-Asset Reporting Framework (CARF), η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων αποκτά τη δυνατότητα συστηματικής παρακολούθησης της δραστηριότητας των φορολογικών κατοίκων σε πλατφόρμες συναλλαγών crypto, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Η εφαρμογή του CARF βάζει τέλος στο καθεστώς «αδιαφάνειας» που χαρακτήριζε έως σήμερα τα κρυπτονομίσματα για τη φορολογική διοίκηση, επεκτείνοντας ένα μοντέλο που ήδη εφαρμόζεται στον τραπεζικό τομέα. Πρόκειται για το CRS (Common Reporting Standard), το διεθνές σύστημα αυτόματης ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών για τραπεζικούς λογαριασμούς, μέσω του οποίου τα κράτη ανταλλάσσουν δεδομένα σχετικά με καταθέσεις, τόκους και εισοδήματα πολιτών που διατηρούν λογαριασμούς στο εξωτερικό. Η ίδια φιλοσοφία μεταφέρεται πλέον και στο οικοσύστημα των crypto.
Στην πράξη, όπως οι τράπεζες διαβιβάζουν στοιχεία για τις συναλλαγές των πελατών τους, έτσι και τα ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων θα υποχρεώνονται να αποστέλλουν αναλυτικά δεδομένα για τη δραστηριότητα των χρηστών τους. Η ανταλλαγή πληροφοριών θα πραγματοποιείται αυτόματα σε ετήσια βάση μεταξύ των κρατών που συμμετέχουν στη συμφωνία, διαμορφώνοντας ένα διεθνές δίκτυο φορολογικής πληροφόρησης για την ψηφιακή οικονομία.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η ΑΑΔΕ ορίζεται ως η αρμόδια αρχή για τη συγκέντρωση, επεξεργασία και διαβίβαση φορολογικών στοιχείων που αφορούν χρήστες κρυπτοστοιχείων. Από την 1η Ιανουαρίου 2026 και σε ετήσια βάση, τα στοιχεία θα αποστέλλονται αυτόματα στις φορολογικές αρχές των λοιπών συμμετεχουσών χωρών, ενώ αντίστοιχα η Ελλάδα θα λαμβάνει πληροφορίες για Έλληνες φορολογικούς κατοίκους που δραστηριοποιούνται σε ξένες πλατφόρμες.
Στο επίκεντρο του νέου πλαισίου βρίσκονται οι λεγόμενοι «δηλούντες πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων», όπως ανταλλακτήρια, μεσίτες, πλατφόρμες συναλλαγών και ψηφιακά πορτοφόλια που διαχειρίζονται λογαριασμούς πελατών. Οι επιχειρήσεις αυτές θα υποχρεούνται να εφαρμόζουν αυστηρούς μηχανισμούς ταυτοποίησης, να συλλέγουν στοιχεία φορολογικής κατοικίας και ΑΦΜ από τους χρήστες και να διατηρούν λεπτομερή αρχεία για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών.
Οι πληροφορίες που θα διαβιβάζονται δεν περιορίζονται σε βασικά στοιχεία. Περιλαμβάνουν το σύνολο των αγορών και πωλήσεων κρυπτονομισμάτων σε ευρώ ή άλλα νομίσματα, τις ανταλλαγές μεταξύ διαφορετικών ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων, τις μεταφορές προς και από εξωτερικά πορτοφόλια, καθώς και τον αριθμό και την αξία των συναλλαγών ανά έτος. Στη γλώσσα της αγοράς, πολλά από τα ψηφιακά αυτά περιουσιακά στοιχεία αναφέρονται ως «tokens», δηλαδή μονάδες αξίας που εκδίδονται και διακινούνται μέσω δικτύων blockchain και μπορούν να αντιπροσωπεύουν νόμισμα, επενδυτικό δικαίωμα ή πρόσβαση σε συγκεκριμένες υπηρεσίες.
Με αυτόν τον μηχανισμό, οι φορολογικές αρχές θα αποκτούν πλήρη εικόνα της επενδυτικής δραστηριότητας κάθε χρήστη, διευκολύνοντας τους ελέγχους και τις διασταυρώσεις με τις φορολογικές δηλώσεις. Για τους ιδιώτες επενδυτές, η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι η δραστηριότητα σε οργανωμένα ανταλλακτήρια παύει να είναι «αόρατη». Έλληνας φορολογικός κάτοικος που συναλλάσσεται μέσω πλατφόρμας του εξωτερικού θα γνωστοποιείται αυτόματα στην ΑΑΔΕ, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη έρευνα ή αίτημα. Αντίστοιχα, αλλοδαποί χρήστες ελληνικών παρόχων θα δηλώνονται στις φορολογικές αρχές των χωρών τους. Βασικός στόχος είναι ο περιορισμός της φοροδιαφυγής και η εξομοίωση της φορολογικής αντιμετώπισης των crypto με εκείνη των παραδοσιακών επενδυτικών προϊόντων.
Την ίδια στιγμή, το κανονιστικό πλαίσιο δεν καλύπτει άμεσα τις καθαρά ιδιωτικές συναλλαγές μεταξύ χρηστών, εφόσον δεν μεσολαβεί κάποιος ρυθμιζόμενος πάροχος. Ωστόσο, από τη στιγμή που τα κεφάλαια διέρχονται μέσω ανταλλακτηρίου ή άλλης οργανωμένης υπηρεσίας, καταγράφονται και καθίστανται προσβάσιμα στις αρμόδιες αρχές.





