Παρά τις σημαντικές εντολές πώλησης, η αγορά απορρόφησε την προσφορά, με αποτέλεσμα η απόδοση του ελληνικού 10ετούς τίτλου να παραμείνει σταθερή στο 3,30%, επίπεδο στο οποίο κινούνταν ήδη από τις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας. Η σταθερότητα αυτή αποδίδεται κυρίως στις περιορισμένες δανειακές ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου για το 2025, στοιχείο που λειτουργεί καθησυχαστικά για τους επενδυτές.
Την ίδια ώρα, στις υπόλοιπες αγορές κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης σημειώθηκε γενικευμένη άνοδος των αποδόσεων, ως αποτέλεσμα μαζικών ρευστοποιήσεων. Ενδεικτικό είναι ότι η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου αναφοράς ενισχύθηκε στο 2,70%, ανακάμπτοντας από τα χαμηλά τεσσάρων μηνών που είχε καταγράψει πρόσφατα.
Η σημερινή εικόνα έρχεται μετά την αρχική στροφή των επενδυτών προς ασφαλή καταφύγια το Σαββατοκύριακο, εξαιτίας της κλιμάκωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, με τα πλήγματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε άλμα 50% στις ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου και σε απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου, εντείνοντας τις ανησυχίες για νέα αναζωπύρωση του πληθωρισμού.
Οι αγορές εκτιμούν ότι η ενεργειακή αναταραχή ενδέχεται να επιβραδύνει την πορεία αποκλιμάκωσης των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, επηρεάζοντας το κόστος δανεισμού στην Ευρωζώνη.
Το κλίμα αβεβαιότητας αποτυπώθηκε και στην πρωτογενή αγορά, όπου παρατηρήθηκε «πάγωμα» νέων εκδόσεων ομολόγων. Κρατικοί και εταιρικοί εκδότες σε ευρώ ανέστειλαν τις προγραμματισμένες κινήσεις τους, επιλέγοντας να περιμένουν σταθεροποίηση των συνθηκών.
Στη δευτερογενή αγορά, μέσω του ΗΔΑΤ, πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές ύψους 235 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 155 εκατ. ευρώ αφορούσαν εντολές πώλησης, γεγονός που αναδεικνύει την ένταση των ρευστοποιήσεων, χωρίς όμως να μεταφραστεί σε επιδείνωση των αποτιμήσεων.
Η διαφορά απόδοσης (spread) μεταξύ του ελληνικού και του γερμανικού 10ετούς διαμορφώθηκε στις 59 μονάδες βάσης, με το ελληνικό στο 3,30% έναντι 2,71% του γερμανικού τίτλου, επιβεβαιώνοντας τη σχετική σταθερότητα της ελληνικής αγοράς εν μέσω ευρωπαϊκής μεταβλητότητας.



