Ωστόσο, το Ταμείο μείωσε την πρόβλεψή του για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας για το τρέχον έτος από 2% σε 1,8%, την ώρα που με βάση τον προϋπολογισμό η αύξηση του ΑΕΠ έχει προσδιοριστεί στο 2,4%, με τα δεδομένα βέβαια πριν τον πόλεμο.
Αναλυτικά, με βάση ενημέρωση που έκανε το μεσημέρι της Τρίτης (24/3) το κλιμάκιο του ΔΝΤ για την Ελλάδα – που επισκέπτεται τη χώρα για να συντάξει μετά από δύο δεκαετίες έκθεση για το πιστωτικό σύστημα (Πρόγραμμα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα – FSAP) και αποτελείται από τον επικεφαλής Joong Shik Kang και τον αρμόδιο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα Charles Cohen – οι βραχυπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της χώρας παραμένουν ευνοϊκές, αλλά μια «παρατεταμένη σύγκρουση» στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επιβαρύνει την εγχώρια και εξωτερική ζήτηση και να αποδυναμώσει τις ροές κεφαλαίων.
«Οι αυξημένες τιμές ενέργειας και η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση που σχετίζονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό», ανέφερε το ΔΝΤ μετά την ολοκλήρωση της διαβούλευσης Άρθρου IV για τη χώρα.
Κίνδυνοι
Μεσοπρόθεσμα, με βάση το ΔΝΤ, η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται να επιβραδυνθεί στο 1,5%, στο πλαίσιο της μείωσης του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, της χαμηλής συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό και της υποτονικής παραγωγικότητας.
Ο συνολικός πληθωρισμός θα αυξηθεί και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί βραχυπρόθεσμα λόγω υψηλότερων τιμών ενέργειας, πριν επανέλθει σε καθοδική πορεία.
Οι κίνδυνοι για τις προοπτικές ανάπτυξης κλίνουν προς τα κάτω. Μια παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η κλιμάκωση γεωπολιτικών εντάσεων, η αυξημένη αβεβαιότητα, ο κατακερματισμός του εμπορίου και πιθανές διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τη ζήτηση και τις ροές κεφαλαίων.
Καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων και μεταρρυθμίσεων του Ταμείου Ανάκαμψης ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια δεσμευμένων πόρων, περιορίζοντας επενδύσεις και παραγωγικότητα. Από την άλλη πλευρά, ισχυρότερες από τις αναμενόμενες επιδράσεις του δημοσιονομικού πακέτου και των μεταρρυθμίσεων θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις προοπτικές ανάπτυξης.
Οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό παραμένουν ανοδικοί λόγω πιθανής περαιτέρω αύξησης των διεθνών τιμών εμπορευμάτων, ταχύτερης αύξησης μισθών από την παραγωγικότητα και αυξημένων δαπανών λόγω κλιματικών σοκ.
Η ανακοίνωση του ΔΝΤ
Η ισχυρή εγχώρια ζήτηση και οι συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του Next Generation EU (NGEU) στηρίζουν τη δυναμική ανάπτυξη, αλλά οι προοπτικές σκιάζονται από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Η Ελλάδα είναι καλά τοποθετημένη για να αντιμετωπίσει εξωτερικούς κραδασμούς, καθώς τα οικονομικά του δημόσιου τομέα συνεχίζουν να ενισχύονται — όπως αποτυπώνεται στη ταχεία μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ — και η δημοσιονομική πολιτική μετατοπίζεται ορθά προς τη στήριξη της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και της προσιτότητας της στέγασης.
Ο κατάλληλος συνδυασμός πολιτικής, με επίκεντρο τη διατήρηση μιας φιλικής προς την ανάπτυξη αλλά συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση διαρθρωτικών εμποδίων — χαμηλές συνολικές επενδύσεις, υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας και δυσμενείς δημογραφικές τάσεις — θα συμβάλει στη διατήρηση της μακροοικονομικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και στην προώθηση ισορροπημένης και βιώσιμης ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα.
Η επίδραση της κρίσης στον τουρισμό
Όπως αναφέρθηκε οι υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις και το πρόσφατο δημοσιονομικό πακέτο — συμπεριλαμβανομένων των γενικευμένων μειώσεων στους συντελεστές φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων — θα στηρίξουν τη δραστηριότητα, αλλά οι αυξημένες τιμές ενέργειας και η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό.
Δημοσιονομικό περιθώριο
Παράλληλα με βάση το ΔΝΤ η βελτίωση των ισολογισμών του δημόσιου τομέα επιτρέπει στην Ελλάδα να αντιμετωπίσει τις παγκόσμιες προκλήσεις, ενώ στηρίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη και προωθεί περαιτέρω τη μείωση του χρέους.
Το δημοσιονομικό πακέτο — με επίκεντρο τις γενικευμένες μειώσεις στους συντελεστές φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, με πρόσθετες ελαφρύνσεις για οικογένειες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος με παιδιά και για νέους εργαζόμενους — είναι ευπρόσδεκτο, καθώς συμβάλλει στη μείωση της ακόμη υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης εν μέσω επίμονα χαμηλής συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό μεταξύ γυναικών και νέων.
Το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται να παραμείνει υψηλό στο 3,8% του ΑΕΠ το 2026, με τις απώλειες εσόδων από το δημοσιονομικό πακέτο να αντισταθμίζονται εν μέρει από συνεχιζόμενες βελτιώσεις στη φορολογική συμμόρφωση.
Σενάρια
Στο βασικό σενάριο, μεσοπρόθεσμα, το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται να παραμείνει ισχυρό περίπου στο 2¾% του ΑΕΠ, με τον λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ να αναμένεται να μειωθεί κατά επιπλέον 35 ποσοστιαίες μονάδες σε περίπου 110% έως το 2031.
Οποιαδήποτε στήριξη για τον μετριασμό των επιπτώσεων των ενεργειακών σοκ θα πρέπει να είναι καλά στοχευμένη και προσωρινή αναφέρει το ΔΝΤ και συμπληρώνει: Η στήριξη θα πρέπει να κατευθύνεται κυρίως μέσω του κοινωνικού δικτύου ασφαλείας για την προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών, αξιοποιώντας τις προόδους της Ελλάδας στην ψηφιοποίηση για την επέκταση της κάλυψης και τη διασφάλιση αποτελεσματικής παροχής.
Προσωρινά μέτρα
Η ενδεχόμενη στήριξη, όπως αναφέρεται, προς τις επιχειρήσεις θα πρέπει να είναι προσωρινή, συντονισμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, περιορισμένη σε βιώσιμες ενεργοβόρες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν χρηματοοικονομικές πιέσεις και συνδεδεμένη με ενέργειες για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας.
Η πλήρης αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων της ΕΕ είναι κρίσιμη για τη διατήρηση των δημόσιων επενδύσεων, διασφαλίζοντας παράλληλα κρίσιμες κοινωνικές δαπάνες.
Ενώ τα υπόλοιπα κονδύλια του NGEU αναμένεται να εκταμιευθούν πλήρως έως το τέλος του 2026 και να στηρίξουν τις δημόσιες επενδύσεις, το σημαντικό επενδυτικό κενό της Ελλάδας σε σχέση με την ευρωζώνη — περίπου 4% του ΑΕΠ — υπογραμμίζει τη σημασία της πλήρους αξιοποίησης και άλλων διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων πέραν του NGEU.
Οι κρίσιμες κοινωνικές δαπάνες για υγεία, εκπαίδευση, στέγαση και κοινωνική προστασία εκτός συντάξεων — που βρίσκονται σήμερα κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ — θα πρέπει να διατηρηθούν και να γίνουν πιο αποτελεσματικές για τη στήριξη της χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα.
Οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση συντάξεων θα πρέπει να ακολουθεί τον καθιερωμένο μηχανισμό τιμαριθμικής αναπροσαρμογής ώστε να διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, ενώ θα πρέπει να αποφεύγονται υπερβολικές αυξήσεις στους μισθούς του δημόσιου τομέα.
Κίνδυνοι για τις τράπεζες
Να σημειωθεί ότι Πρόγραμμα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα (FSAP) διαπιστώνει ότι οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ήταν χαμηλοί πριν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και παραμένουν διαχειρίσιμοι. Το τραπεζικό σύστημα επιδεικνύει ανθεκτικότητα σε ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που περιλαμβάνουν σενάρια απότομης επιβράδυνσης της ανάπτυξης με αύξηση του πληθωρισμού.
Η συγκέντρωση των δανειακών χαρτοφυλακίων απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, καθώς η απομόχλευση μετά την κρίση έχει αυξήσει την έκθεση των τραπεζών σε λίγες μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις. Ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν ισχυρούς ισολογισμούς και πιθανόν να παραμείνουν ανθεκτικές, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο ευάλωτες, ενώ τα νοικοκυριά με χαμηλά επίπεδα αποταμίευσης έκτακτης ανάγκης ενδέχεται να επηρεαστούν από εισοδηματικά σοκ και αυστηρότερες χρηματοδοτικές συνθήκες. Οι αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν στενά αυτούς τους κινδύνους και να είναι έτοιμες να προσαρμόσουν τη μακροπροληπτική πολιτική.
Η Τράπεζα της Ελλάδος αύξησε κατάλληλα το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας (CCyB) στο θετικό ουδέτερο επίπεδο του 0,5%, με ισχύ από τον Οκτώβριο του 2026. Το CCyB θα πρέπει να αυξηθεί περαιτέρω εάν αυξηθούν οι συστημικοί κίνδυνοι και να μειωθεί εάν οι χρηματοοικονομικές συνθήκες επιδεινωθούν απότομα. Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος θα πρέπει να συνεχίσει να παρακολουθεί στενά τις επικαλύψεις έκθεσης σε μεγάλες επιχειρήσεις και να εξετάσει την εισαγωγή πρόσθετων κεφαλαιακών αποθεμάτων.
Η πρόσφατη εφαρμογή μέτρων βασισμένων στους δανειολήπτες είναι θετική. Το νέο κεντρικό μητρώο πιστώσεων θα πρέπει να αξιοποιηθεί πλήρως για την παρακολούθηση του πιστωτικού κινδύνου. Με μεγαλύτερο συγχρονισμό μεταξύ πιστωτικού κύκλου και κύκλου τιμών ακινήτων, η Τράπεζα της Ελλάδος θα πρέπει να είναι έτοιμη να προσαρμόσει τα μέτρα ώστε να διασφαλίζεται συνετή δανειοδότηση. Παρά τις αξιέπαινες προσπάθειες των αρχών, ορισμένα κληρονομημένα προβλήματα παραμένουν και εν μέρει θολώνουν τις προοπτικές του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η επίλυση προβληματικών δανείων παραμένει αργή, κυρίως λόγω καθυστερήσεων στη δικαστική διαδικασία.
Ο δεσμός μεταξύ κράτους και τραπεζών είναι μέτριος, αλλά ενισχύεται από ενδεχόμενες υποχρεώσεις, όπως οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs) και οι κρατικές εγγυήσεις τιτλοποιήσεων. Αν και οι κίνδυνοι αυτοί είναι περιορισμένοι, σε περίπτωση σοβαρού σοκ θα μπορούσαν να ενισχύσουν αρνητικές αντιδράσεις της αγοράς.
Το FSAP προτείνει την κωδικοποίηση βέλτιστων πρακτικών και την ανάπτυξη ενός βαθύτερου και πιο διαφοροποιημένου χρηματοπιστωτικού τομέα. Απαιτούνται βελτιώσεις στο νομικό πλαίσιο, ενίσχυση της εποπτείας και καλύτερος συντονισμός μεταξύ αρχών. Ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων
Οι φιλόδοξες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις παραμένουν απαραίτητες για τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.
Προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού στον ιδιωτικό τομέα Μείωση ρυθμιστικών και διοικητικών βαρών Αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό Η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς της ΕΕ θα ενισχύσει την παραγωγικότητα και την ανθεκτικότητα.
Στέγαση
Οι πολιτικές στέγασης πρέπει να επικεντρωθούν στην καλύτερη αξιοποίηση του υφιστάμενου αποθέματος και στην αύξηση της προσφοράς. Οι τιμές ακινήτων αυξήθηκαν κατά 7,8% το 2025, αντανακλώντας ισχυρή ζήτηση και περιορισμένη προσφορά. Το υψηλό κόστος στέγασης επιβαρύνει τα νοικοκυριά.
Προτεραιότητα όπως αναφέρεται πρέπει να δοθεί: στην αξιοποίηση κενών κατοικιών στη μείωση κινδύνων στις μισθώσεις στην αύξηση της κατασκευαστικής δραστηριότητας στην ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας
Συντάξεις
Η περαιτέρω προώθηση διαρθρωτικών δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων θα ενίσχυε την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής και θα βοηθούσε στη δημιουργία πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου για τη στήριξη της αποκατάστασης των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα. Η θέσπιση ενός συστηματικού, πολυετούς πλαισίου αξιολόγησης των φορολογικών δαπανών θα βοηθούσε στον εντοπισμό και τη σταδιακή κατάργηση παρεμβάσεων που είναι αναδιανεμητικά στρεβλωτικές ή αναποτελεσματικές.
Ένας διαφανής, βασισμένος σε κανόνες μηχανισμός για την περιοδική προσαρμογή των φορολογικών κλιμάκων, πιστώσεων και ορίων θα βοηθούσε στην αποφυγή της «διολίσθησης σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια» και στην προστασία των πραγματικών εισοδημάτων των νοικοκυριών. Ο εξορθολογισμός και η συγκέντρωση των διαδικασιών δημοσίων προμηθειών, η ενίσχυση της εποπτείας και η επέκταση της χρήσης ηλεκτρονικών προμηθειών θα ενίσχυαν την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότερη υλοποίηση των δημόσιων επενδύσεων.
Εποχή αβεβαιότητας
Όπως αναφέρθηκε η ισχυρή ανάπτυξη συνεχίστηκε το 2025, υποστηριζόμενη από τη δυναμική εγχώρια ζήτηση. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% (ετήσια βάση), λόγω της επιταχυνόμενης υλοποίησης επενδυτικών έργων που χρηματοδοτούνται από το NGEU και της ανθεκτικής ιδιωτικής κατανάλωσης.
Ο τουρισμός κατέγραψε νέο ιστορικό υψηλό, ενώ το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε σταθερά στο 8,3% το δ’ τρίμηνο του 2025, κοντά στο χαμηλό επίπεδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.
Ο πληθωρισμός παρέμεινε επίμονος, στο 3,1% (ετήσια βάση) τον Φεβρουάριο του 2026, αντανακλώντας θετικό παραγωγικό κενό. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, υποστηριζόμενο από βελτιωμένους όρους εμπορίου και χαμηλότερες πληρωμές τόκων, αλλά παρέμεινε υψηλό λόγω ισχυρής ζήτησης εισαγωγών.
Η δημοσιονομική βιωσιμότητα ενισχύθηκε περαιτέρω, παρά τη σημαντική αύξηση των δημόσιων επενδύσεων. Οι πρωτογενείς δαπάνες εκτιμάται ότι αυξήθηκαν το 2025, αντανακλώντας υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις και στοχευμένα μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων πιέσεων στο κόστος ζωής.
Ισχυρό πλεόνασμα
Ωστόσο, το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι παρέμεινε υψηλό, στο 4,4% του ΑΕΠ, έναντι 4,7% το 2024, καθώς τα έσοδα ενισχύθηκαν επίσης από τη δυναμική οικονομική δραστηριότητα και τη συνεχιζόμενη πρόοδο στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.



