Αυτή τη διάσταση μεταξύ της βελτίωσης των στατιστικών δεικτών και της καθημερινής εμπειρίας των πολιτών ανέδειξε η συζήτηση που ακολούθησε την παρουσίαση, τη Δευτέρα (8/6), της νέας μελέτης του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα», η οποία παρουσιάστηκε σε ειδική εκδήλωση με τη συμμετοχή ερευνητών, ακαδημαϊκών και στελεχών της κοινωνικής πολιτικής.
Συγκεκριμένα, τα βασικά ευρήματα της νέας μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών - ΙΟΒΕ παρουσίασε ο κ. Αντώνης Μαυρόπουλος, Ανώτερος Ερευνητής του ΙΟΒΕ, ενώ ομιλία για τις τάσεις ανισοτήτων στην Ευρώπη πραγματοποίησε ο κ. Jonathan Cribb, Deputy Director του Institute for Fiscal Studies (IFS) του Λονδίνου. Ακολούθησε συζήτηση με τη συμμετοχή του κ. Πάνου Τσακλόγλου, Καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην Υφυπουργού Εργασίας και μέλους του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, της κ. Ειρήνης Ανδριοπούλου, Ανώτερης Οικονομολόγου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, και της κ. Νίκης Καλαβρέζου, Research Team Leader στο European Centre for Social Welfare Policy and Research της Βιέννης. Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Έτσι, από τη μία πλευρά, η ελληνική οικονομία έχει αφήσει πίσω της τα πιο δύσκολα χρόνια της κρίσης. Η ανεργία υποχώρησε στο 8,8% το 2025 από 24,9% το 2015, η απασχόληση ενισχύθηκε σημαντικά και ο δείκτης Gini, το βασικό διεθνές μέτρο μέτρησης της εισοδηματικής ανισότητας, μειώθηκε στο 31,6% από 34,2% πριν από μία δεκαετία.
Ισχυρή η αίσθηση της ανισότητας
Από την άλλη πλευρά, η αίσθηση της ανισότητας παραμένει ιδιαίτερα έντονη στην κοινωνία. Σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά (68%) δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους, ποσοστό υπερτριπλάσιο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμορφώνεται στο 19%. Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στην τέταρτη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ ως προς την εισοδηματική ανισότητα, ενώ το πλουσιότερο 1% των νοικοκυριών συγκεντρώνει σήμερα το μεγαλύτερο μερίδιο εισοδήματος των τελευταίων είκοσι ετών.
Κεντρικό συμπέρασμα της μελέτης, πάντως, είναι ότι η χώρα έχει καταγράψει σημαντική πρόοδο την τελευταία δεκαετία σε βασικούς δείκτες εισοδηματικής ανισότητας και απασχόλησης, χωρίς ωστόσο να έχει γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στις θετικές μακροοικονομικές εξελίξεις και στην αντίληψη των νοικοκυριών για την οικονομική τους κατάσταση.
Όπως αναφέρθηκε, ο δείκτης ανισότητας Gini υποχώρησε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025, ενώ η ανεργία μειώθηκε από 24,9% σε 8,8% την ίδια περίοδο. Παράλληλα, η οικονομία επέστρεψε σε τροχιά ανάπτυξης και η απασχόληση ενισχύθηκε σημαντικά. Ωστόσο, περίπου επτά στα δέκα νοικοκυριά εξακολουθούν να δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, ποσοστό πολλαπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Οι ερευνητές, ωστόσο, υπογράμμισαν ότι η ανισότητα δεν μπορεί να αποτιμάται αποκλειστικά μέσω του εισοδήματος. Η πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην υγεία, στη στέγαση και στις υπηρεσίες φροντίδας επηρεάζει καθοριστικά τις πραγματικές ευκαιρίες των πολιτών και την κοινωνική κινητικότητα.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις δομικές αδυναμίες του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Χαρακτηριστικά, η Νίκη Καλαβρέζου, Research Team Leader στο European Centre for Social Welfare Policy and Research της Βιέννης, επισήμανε ότι η δημόσια δαπάνη για τη μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, κοντά στο 0,1% του ΑΕΠ, σε μια περίοδο κατά την οποία η δημογραφική γήρανση εξελίσσεται σε μείζονα πρόκληση για τη χώρα. Παράλληλα, ανέδειξε την κλιματική αλλαγή ως ένα νέο παράγοντα που ενισχύει τις κοινωνικές ανισότητες, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
Στο πεδίο της εκπαίδευσης, η μελέτη καταγράφει αύξηση του ποσοστού των ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση, ωστόσο η κοινωνική προέλευση εξακολουθεί να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις πιθανότητες εκπαιδευτικής ανέλιξης. Την ίδια ώρα, ωστόσο, ο κ. Τσακλόγλου υπογράμμισε ότι η μέτρηση της φτώχειας και των ανισοτήτων οφείλει να λαμβάνει υπόψη περισσότερες παραμέτρους από το δηλωμένο εισόδημα, όπως το κόστος σπουδών ή το τεκμαρτό όφελος της ιδιοκατοίκησης, ενώ σημείωσε ότι ο δείκτης Gini παρουσιάζει περιορισμούς στην αποτύπωση της συνολικής εικόνας.
Η αντίληψη της φτώχειας
Ο ίδιος επεσήμανε ότι τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η πλειονότητα των Ελλήνων βρίσκεται σε κατάσταση φτώχειας. Αντίθετα, η Ελλάδα κατατάσσεται σε αρκετούς δείκτες κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που αναδεικνύει τη διαφορά ανάμεσα στα αντικειμενικά δεδομένα και στην υποκειμενική αίσθηση οικονομικής πίεσης.
Υγεία και στέγη
Σημαντικές προκλήσεις εντοπίζονται επίσης στην υγεία και στη στέγαση. Η υψηλή συμμετοχή των ιδιωτικών δαπανών υγείας μεταφέρει σημαντικό βάρος στα νοικοκυριά, ενώ οι ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας εμφανίζονται πολλαπλάσιες στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Την ίδια στιγμή, η αύξηση των ενοικίων και του στεγαστικού κόστους μετά το 2018 έχει εντείνει τις πιέσεις κυρίως στους νέους και στα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών.
Η Ειρήνη Ανδριοπούλου στάθηκε στην ανάγκη καλύτερης στόχευσης των κοινωνικών πολιτικών, υπογραμμίζοντας ότι η αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο το εισόδημα αλλά και τα περιουσιακά τους στοιχεία. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις αυξανόμενες ανάγκες φροντίδας της τρίτης ηλικίας και στην ανάγκη αποτελεσματικότερης κατανομής των διαθέσιμων πόρων.
Σε κάθε περίπτωση οι ομιλητές τόνισαν η Ελλάδα έχει διανύσει σημαντική απόσταση από τα χρόνια της κρίσης, παρουσιάζοντας σαφή βελτίωση σε βασικούς δείκτες ανισότητας και απασχόλησης. Ωστόσο, οι ανισότητες στην πρόσβαση σε ευκαιρίες, υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευση, φροντίδα, στη διαδικασία της πράσινης μετάβασης, αλλά και στη στέγαση εξακολουθούν να περιορίζουν τις προοπτικές σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Η πρόκληση, προφανώς, για την επόμενη περίοδο είναι η μετατροπή της στατιστικής προόδου σε καταγραφές δεδομένων και σχεδίαση στοχευμένων πολιτικών με στόχο την απτή βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών, την αναίρεση βασικών ζητημάτων όπως το δημογραφικό, ώστε παράλληλα, να περιοριστεί το χάσμα ανάμεσα στους αριθμούς και στην προσλαμβάνουσα από τους πολίτες πραγματικότητα.






