• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
120 δόσεις για παλιά χρέη: Ποιοι μπορούν να ενταχθούν και πόσο αλλάζει η μηνιαία επιβάρυνση
09:38 - 01 Οκτ 2026

120 δόσεις για παλιά χρέη: Ποιοι μπορούν να ενταχθούν και πόσο αλλάζει η μηνιαία επιβάρυνση

Δες περισσότερα άρθρα του Reporter.gr όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Μια νέα δυνατότητα ρύθμισης παλαιών ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ ανοίγει το νέο πλαίσιο των έως 120 δόσεων, δίνοντας περισσότερο χρόνο σε νοικοκυριά, ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις για να τακτοποιήσουν τα χρέη τους.

Η νέα ρύθμιση έρχεται ως διεύρυνση του προηγούμενου σχήματος των 72 δόσεων, το οποίο δεν συγκέντρωσε το αναμενόμενο ενδιαφέρον. Εκτός από την αύξηση της διάρκειας αποπληρωμής, διευρύνεται και το χρονικό όριο των οφειλών που μπορούν να υπαχθούν, ενώ προβλέπεται και δυνατότητα μετάβασης στο νέο καθεστώς για όσους έχουν ήδη ενταχθεί στις 72 δόσεις.

Το βασικό αποτέλεσμα για τον οφειλέτη είναι η αισθητή μείωση της μηνιαίας δόσης. Η μεγαλύτερη διάρκεια, ωστόσο, σημαίνει ότι το συνολικό ποσό που θα καταβληθεί αυξάνεται, καθώς προστίθενται περισσότεροι τόκοι μέχρι την ολοκλήρωση της αποπληρωμής.

Ποιο είναι το νέο πλαίσιο

Στις 120 δόσεις μπορούν να ενταχθούν ληξιπρόθεσμες οφειλές που είχαν καταστεί απαιτητές έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2024, υπό την προϋπόθεση ότι δεν βρίσκονται σε ενεργή ρύθμιση στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.

Η ελάχιστη μηνιαία καταβολή ορίζεται στα 30 ευρώ, ενώ το επιτόκιο διαμορφώνεται στο 5,84%. Η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων λήγει στις 30 Ιουνίου 2027.

Ξεχωριστή πρόβλεψη αφορά περίπου 35.000 οφειλέτες που έχουν ήδη ενταχθεί στο καθεστώς των 72 δόσεων. Οι συγκεκριμένοι μπορούν, εφόσον το επιλέξουν, να μεταφέρουν το ανεξόφλητο υπόλοιπο στο νέο πρόγραμμα των 120 δόσεων. Η μετάβαση, πάντως, δεν πραγματοποιείται αυτόματα αλλά απαιτεί την υποβολή αίτησης.

Από 72 έως 120 μήνες η αποπληρωμή

Η σημαντικότερη διαφοροποίηση αφορά τη διάρκεια. Εκεί όπου το προηγούμενο πλαίσιο προέβλεπε έως 72 μηνιαίες δόσεις, το νέο σχήμα επιτρέπει αποπληρωμή σε έως 120 μήνες, δηλαδή σε ορίζοντα δέκα ετών.

Παράλληλα, επεκτείνεται και η περίοδος κατά την οποία πρέπει να έχει δημιουργηθεί η οφειλή. Το προηγούμενο καθεστώς αφορούσε χρέη που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023. Με το νέο πλαίσιο προστίθενται και οι οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά τη διάρκεια του 2024.

Αλλαγή υπάρχει και στην ημερομηνία αναφοράς για το αν μια οφειλή βρίσκεται σε ενεργή ρύθμιση. Το σχετικό χρονικό σημείο μεταφέρεται από τις 20 Απριλίου 2026 στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.

Παραδείγματα για τη μηνιαία δόση

Η επιμήκυνση της αποπληρωμής έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση της μηνιαίας επιβάρυνσης.

Για οφειλή ύψους 5.000 ευρώ, η μηνιαία δόση διαμορφώνεται περίπου στα 82,50 ευρώ όταν η αποπληρωμή γίνεται σε 72 μήνες. Με 120 δόσεις, περιορίζεται περίπου στα 55 ευρώ.

Σε χρέος 10.000 ευρώ, η μηνιαία καταβολή από περίπου 165 ευρώ στις 72 δόσεις υποχωρεί περίπου στα 110 ευρώ στις 120 δόσεις.

Αντίστοιχα, για οφειλή 25.000 ευρώ, η δόση μειώνεται από περίπου 412 ευρώ σε 72 μήνες σε περίπου 276 ευρώ με αποπληρωμή σε 120 δόσεις.

Η διαφορά αυτή μπορεί να μειώσει σημαντικά τη μηνιαία πίεση στον προϋπολογισμό ενός νοικοκυριού ή στις ταμειακές ροές μιας επιχείρησης.

Η μικρότερη δόση αυξάνει το συνολικό κόστος

Η χαμηλότερη μηνιαία καταβολή δεν σημαίνει μικρότερο συνολικό κόστος. Αντίθετα, η παράταση της αποπληρωμής αυξάνει το ποσό των τόκων που καταβάλλονται σε βάθος χρόνου.

Ενδεικτικά, για χρέος 10.000 ευρώ, η συνολική καταβολή υπολογίζεται περίπου στα 11.878 ευρώ με 72 δόσεις, ενώ στις 120 δόσεις φτάνει περίπου στα 13.226 ευρώ.

Για οφειλή 20.000 ευρώ, το συνολικό ποσό διαμορφώνεται περίπου στα 23.756 ευρώ με 72 δόσεις και στα 26.452 ευρώ με 120 δόσεις.

Επομένως, η επιλογή περισσότερων δόσεων λειτουργεί ως εργαλείο περιορισμού της μηνιαίας επιβάρυνσης, αλλά συνεπάγεται υψηλότερο συνολικό κόστος λόγω των τόκων.

Ποιοι μπορούν να ενταχθούν

Η νέα ρύθμιση αφορά συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλών και δεν καλύπτει κάθε νέο χρέος προς το Δημόσιο.

Οφειλές που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2025 και μετά δεν μπορούν να ενταχθούν στο συγκεκριμένο σχήμα και εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται μέσω της πάγιας ρύθμισης, η οποία προβλέπει έως 24 δόσεις.

Για την υπαγωγή στις 120 δόσεις απαιτείται, μεταξύ άλλων:

  • να μην υπάρχουν άλλες αρρύθμιστες ληξιπρόθεσμες οφειλές ή αυτές να έχουν προηγουμένως τακτοποιηθεί με νόμιμο τρόπο,
  • να έχουν υποβληθεί οι απαιτούμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για τα πέντε προηγούμενα έτη,
  • να μην υπάρχει αμετάκλητη καταδίκη για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία.

Βασική προϋπόθεση είναι επίσης οι συγκεκριμένες οφειλές να μην βρίσκονται σε ενεργή ρύθμιση στις 30 Σεπτεμβρίου 2026. Εξαίρεση αποτελούν οι οφειλέτες που έχουν ενταχθεί στις 72 δόσεις και επιλέγουν να μεταφέρουν το υπόλοιπό τους στο νέο πρόγραμμα.

Η υπαγωγή στις 120 δόσεις δεν απαλλάσσει, πάντως, τον οφειλέτη από την υποχρέωση να εξυπηρετεί κανονικά τις υπόλοιπες φορολογικές και ασφαλιστικές του υποχρεώσεις.

Έως 240 δόσεις μέσω του εξωδικαστικού

Για όσους αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο και πιο σύνθετο βάρος χρεών υπάρχει και η δυνατότητα προσφυγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό.

Μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας μπορούν, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, να ρυθμιστούν οφειλές προς το Δημόσιο, τον ΕΦΚΑ, τις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων σε έως και 240 δόσεις.

Παράλληλα, το πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού έχει διευρυνθεί, καθώς το όριο οφειλών για την υπαγωγή έχει μειωθεί στα 5.000 ευρώ.

Τι κερδίζει ο οφειλέτης

Η ένταξη στη ρύθμιση και η κανονική καταβολή των δόσεων δημιουργούν συγκεκριμένες προστατευτικές συνέπειες για τον οφειλέτη.

Μεταξύ άλλων, προβλέπεται η δυνατότητα χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας, ενώ αναστέλλεται η ποινική δίωξη για όσο διάστημα τηρείται η ρύθμιση. Σε περίπτωση πλήρους εξόφλησης, προβλέπεται και εξάλειψη του αξιοποίνου.

Παράλληλα, αναστέλλεται η λήψη νέων αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων.

Ειδική πρόβλεψη υπάρχει και για τις κατασχέσεις εις χείρας τρίτων. Όταν αφορούν αποκλειστικά ρυθμισμένες οφειλές και έχει γνωστοποιηθεί στον τρίτο η σχετική απόφαση αποδέσμευσης, δεν καταλαμβάνονται οι μελλοντικές απαιτήσεις του οφειλέτη.

Η εικόνα του ιδιωτικού χρέους

Η διεύρυνση του πλαισίου για τις ρυθμίσεις έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το ιδιωτικό χρέος παραμένει ιδιαίτερα υψηλό.

Σύμφωνα με το τρίτο τεύχος του Τριμηνιαίου Δελτίου για το Ιδιωτικό Χρέος στην Ελληνική Οικονομία, που παρουσίασε το ΙΟΒΕ σε συνεργασία με την CEPAL, το συνολικό ιδιωτικό χρέος ανήλθε το πρώτο τρίμηνο του 2026 στα 420,9 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 169% του ΑΕΠ. Σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα, το ιδιωτικό χρέος ήταν αυξημένο κατά 22,1 δισ. ευρώ.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές διαμορφώθηκαν στα 238,6 δισ. ευρώ, αν και το ποσοστό τους στο σύνολο του ιδιωτικού χρέους υποχώρησε στο 56,7%.

Οι οφειλές προς το Δημόσιο εξακολουθούν να αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 70% του συνόλου.

Την ίδια ώρα, το συνολικό ύψος των δανείων αυξήθηκε στα 254,6 δισ. ευρώ, με τα επιχειρηματικά δάνεια να συνεισφέρουν το μεγαλύτερο μέρος της ετήσιας αύξησης. Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων που διακρατούν τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης υποχώρησε στο 28,4%, ενώ οι εταιρείες διαχείρισης εξακολουθούν να έχουν υπό τη διαχείρισή τους περισσότερο από το 90% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Γιατί επεκτάθηκε η ρύθμιση

Η προηγούμενη ρύθμιση των 72 δόσεων, που τέθηκε σε εφαρμογή τον περασμένο Ιούλιο, δεν προσέλκυσε τον αριθμό των οφειλετών που είχε αρχικά εκτιμηθεί. Η επέκταση στις 120 δόσεις αυξάνει τον διαθέσιμο χρόνο αποπληρωμής και μειώνει την απαιτούμενη μηνιαία καταβολή, δίνοντας περισσότερες επιλογές σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που προσπαθούν να τακτοποιήσουν παλαιές υποχρεώσεις.

Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται και στα συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία ξεπερνούν τα 167 δισ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, περίπου 114,5 δισ. ευρώ αφορούν οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση.

Το νέο πλαίσιο, συνεπώς, μεταφέρει το βάρος από τη μεγαλύτερη μηνιαία δόση σε έναν μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα αποπληρωμής. Για τον οφειλέτη, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο το ύψος της μηνιαίας καταβολής, αλλά και το συνολικό κόστος που θα προκύψει μέχρι την οριστική εξόφληση.

Η ΓΣΕΒΕΕ

Η ΓΣΕΒΕΕ, πάντως, επαναλαμβάνει το αίτημά της για μια συνολική ρύθμιση

Η εξαγγελθείσα ρύθμιση των 120 δόσεων είναι βελτιωμένη σε σχέση με την αρχική πρόθεση της κυβέρνησης, αλλά εξακολουθεί να απέχει από μια ουσιαστική και βιώσιμη λύση για τις οφειλές των επιχειρήσεων προς το Δημόσιο. Η διατήρηση των υπέρογκων προσαυξήσεων και προστίμων, σε συνδυασμό με το υψηλό επιτόκιο του 5,84%, περιορίζει την αποτελεσματικότητά της και δυσχεραίνει την αποπληρωμή των χρεών.

Οι επιβαρύνσεις αυτές περιορίζουν τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να εξυπηρετούν τη ρύθμιση, καλύπτοντας παράλληλα τις τρέχουσες υποχρεώσεις και τα λειτουργικά τους έξοδα. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι μεγάλο μέρος των οφειλών συσσωρεύτηκε σε συνθήκες διαδοχικών κρίσεων, ιδιαίτερα κατά την πανδημία, και δεν μπορεί να αποδίδεται συλλήβδην σε στρατηγική επιλογή μη πληρωμής.

Η ΓΣΕΒΕΕ επαναλαμβάνει το αίτημά της για μια συνολική ρύθμιση που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων και να προβλέπει:

- Ένταξη του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών στις 120 δόσεις, ώστε να αποφεύγεται η παράλληλη επιβάρυνση από διαφορετικές ρυθμίσεις, πέραν των τρεχουσών υποχρεώσεων.

- Διαγραφή του συνόλου των προσαυξήσεων και προστίμων που έχουν διογκώσει τις αρχικές οφειλές.

- Μείωση του επιτοκίου τουλάχιστον κατά 50%, με ευθυγράμμισή του με το επιτόκιο της ΕΚΤ, χωρίς πρόσθετες προσαυξήσεις.

Το ζητούμενο είναι μια ρύθμιση που οι επιχειρήσεις μπορούν να τηρήσουν στην πράξη. Η ουσιαστική αποπληρωμή των οφειλών και η διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους υπηρετούν τα δημόσια έσοδα, την απασχόληση και την οικονομική δραστηριότητα.

Όσον αφορά τους αυστηρότερους κανόνες για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Η αποτελεσματικότητά τους, ωστόσο, θα κριθεί από την εφαρμογή τους, από τη διαφάνεια στην ενημέρωση των οφειλετών, τις ρεαλιστικές προτάσεις ρύθμισης και την έμπρακτη προστασία όσων τηρούν τις συμφωνίες τους. Για μια μικρή επιχείρηση, η προστασία της επαγγελματικής της στέγης και του παραγωγικού της εξοπλισμού αποτελεί προϋπόθεση συνέχισης της λειτουργίας της.

Η ενίσχυση της επιδότησης του πετρελαίου κίνησης προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στο κόστος μεταφοράς, αλλά η δεκαπενθήμερη διάρκειά της δεν επιτρέπει ασφαλή προγραμματισμό. Απαιτούνται παρεμβάσεις με διάρκεια στο κόστος των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και μέτρα που θα στηρίζουν την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και τη ζήτηση στην αγορά.

Εν κατακλείδι, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις χρειάζονται ένα συνεκτικό πλαίσιο στήριξης που να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα το συσσωρευμένο χρέος, το υψηλό κόστος λειτουργίας και την έλλειψη ρευστότητας. Όσο τα κριτήρια αυτά δεν ικανοποιούνται, οι εξαγγελίες παραμένουν ανεπαρκείς και οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις συνεχίζουν να συσσωρεύουν χρέη και να αντιμετωπίζουν δυσβάσταχτο κόστος λειτουργίας, με την επιβίωσή τους να βρίσκεται σε κίνδυνο.

Τέλος, η εξαγγελία για συγκράτηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο δεν αρκεί. Απαιτούνται παρεμβάσεις που θα διασφαλίζουν τη διάθεσή του στα επίπεδα τιμών του Οκτωβρίου 2025 καθ’ όλη τη χειμερινή περίοδο, ανεξάρτητα από τις επιδοτήσεις. Διαφορετικά, το κόστος θέρμανσης θα επιβαρύνει περαιτέρω τη λειτουργία των μικρών επιχειρήσεων και τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την αγοραστική δύναμη και τη ζήτηση στην αγορά.