«Ο Αμερικανός Γερουσιαστής ομολόγησε ότι μας κρατούν τα μαχητικά για πολιτικούς λόγους. Αυτό είναι προσβολή στην εθνική μας κυριαρχία!» γράφει το ρεπορτάζ, καταγγέλλοντας ευθέως τον ρόλο «φιλελληνικών κύκλων» που κατά την Άγκυρα επιδιώκουν να ακυρώσουν κάθε προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Yeni Şafak κάνει λόγο για «συνειδητή ταπείνωση της Τουρκίας» από το Κογκρέσο, ενώ η Aksam μιλά για «αμερικανικό πραξικόπημα στον εξοπλιστικό σχεδιασμό της Τουρκίας».
Το κοινό νήμα σε όλες τις εφημερίδες είναι σαφές: πλήρης εκνευρισμός και αμηχανία, σε μια περίοδο που η Άγκυρα είχε αρχίσει να ελπίζει σε επανένταξη στο πρόγραμμα Joint Strike Fighter.
Ο λόγος είναι η ωμή δήλωση του Ρεπουμπλικανού Γερουσιαστή James Risch, Προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, ο οποίος από το βήμα του Κογκρέσου δήλωσε χωρίς περιστροφές:
«Εγώ σταμάτησα τα F-35 της Τουρκίας». Και πρόσθεσε: «Για πολλούς και διάφορους λόγους, κρατώ αυτό το θέμα σε αναμονή και θα συνεχίσω να το κρατώ σε αναμονή».
Ο Risch, γνωστός για την προσήλωσή του στη HALC (Hellenic American Leadership Council), επεσήμανε πως τα έξι αεροσκάφη που έχει ήδη πληρώσει η Άγκυρα εξακολουθούν να βρίσκονται στις ΗΠΑ, χωρίς καμία πρόθεση παράδοσης.
Οι δηλώσεις Risch δεν ήταν μεμονωμένες. Στην ίδια συνεδρίαση, για την επικύρωση της υποψηφιότητας της Kimberly Guilfoyle ως Πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Αθήνα, η ίδια δήλωσε χαρακτηριστικά:
«Η Τουρκία έκανε την επιλογή της» , μια φράση που στην Άγκυρα εκλήφθηκε ως σαφές «τελεσίγραφο» και οριστικό κλείσιμο της πόρτας για επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35.
Και όμως, μόλις λίγες ημέρες πριν, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στις 26 Ιουνίου, επιχειρούσε να περάσει διαφορετικό μήνυμα, λέγοντας: «Δεν έχουμε παραιτηθεί από τα F-35. Συζητάμε την πρόθεσή μας να επιστρέψουμε στο πρόγραμμα με τους συνομιλητές μας. Έχουν ξεκινήσει συνομιλίες σε τεχνικό επίπεδο και, Θεού θέλοντας, θα σημειώσουμε πρόοδο».
Η πραγματικότητα όμως ήρθε να τον διαψεύσει απότομα. Η τοποθέτηση Risch και η φράση της Guilfoyle συνιστούν πολιτική ακύρωση των προσδοκιών της Άγκυρας, και μάλιστα με δημόσιο, ταπεινωτικό τρόπο. Για την Ουάσιγκτον, η Τουρκία δεν αποτελεί πλέον αξιόπιστο εταίρο – και αυτό λέγεται πια ανοιχτά.
Τα τουρκικά ΜΜΕ έχουν εστιάσει ιδιαίτερα στον ρόλο της HALC και άλλων «αντιτουρκικών λόμπι» στην Ουάσιγκτον. Κατηγορούν τους Risch και Menendez ότι «εχθρεύονται συστηματικά την Τουρκία» και χρησιμοποιούν την Ελλάδα ως «μοχλό πίεσης».
Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που αποτυπώνεται είναι η θεσμική αποστασιοποίηση των ΗΠΑ από την Άγκυρα, η οποία δεν αποδίδεται σε λόμπι, αλλά σε συνολική αξιολόγηση της συμπεριφοράς της τουρκικής πλευράς την τελευταία δεκαετία.
Από ελληνικής πλευράς, η εξέλιξη ενισχύει περαιτέρω το αίσθημα σταθερής αναβάθμισης των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Η Ελλάδα έχει κατοχυρώσει στρατηγικό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο, μέσα από τη Σούδα, την Αλεξανδρούπολη, αλλά και τις διπλωματικές ισορροπίες στον άξονα Ελλάδα–ΗΠΑ–Κύπρος–Ισραήλ. Δεν πρόκειται για «αντιτουρκική συμμαχία», αλλά για σταθερή επένδυση στην αξιοπιστία.
Το βασικό συμπέρασμα από την τοποθέτηση Risch δεν αφορά μόνο το πρόγραμμα των F-35, αλλά τη νέα πραγματικότητα: η Τουρκία δεν λογίζεται πλέον ως προνομιακός σύμμαχος, και το λένε πλέον δημοσίως αξιωματούχοι πρώτης γραμμής. Η Ελλάδα, από την άλλη, καλείται να χειριστεί αυτό το πλεονέκτημα με στρατηγική ψυχραιμία, χωρίς πανηγυρισμούς αλλά με ξεκάθαρη κατανόηση της νέας ισορροπίας.







