Η πρώτη επίσημη αντίδραση της Ουάσιγκτον ήταν σχετικά ήπια. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, δήλωσε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος «δεν χάρηκε μεν» με την επίθεση στο Κίεβο, «αλλά δεν αιφνιδιάστηκε κιόλας».
Δυστυχώς όμως, η επίθεση της Πέμπτης (28/8) επιβεβαιώνει για μία ακόμη φορά ότι η Μόσχα δεν επιδιώκει καμία διπλωματική λύση στο άμεσο μέλλον. Δεν διακρίνεται καμία υποχώρηση από τις μαξιμαλιστικές της επιδιώξεις που την οδήγησαν στην εισβολή του 2022. Το μόνο που έχει διαφοροποιηθεί είναι μία αναπροσαρμογή των στόχων της «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης», οι οποίοι πλέον περιορίζονται στη διασφάλιση της Κριμαίας και των ουκρανικών εδαφών που ελέγχει ο ρωσικός στρατός στα ανατολικά. Κι αυτή η αναπροσαρμογή οφείλεται στην επιτυχή ουκρανική άμυνα, την οποία κανείς δεν περίμενε να κρατήσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα όταν ξεκίνησε ο πόλεμος.
Η στρατηγική του Κρεμλίνου και το σόου της Αλάσκας
Το Κρεμλίνο εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι το δυτικό στρατόπεδο παρουσιάζει ρωγμές, καθώς και τη διστακτικότητα του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, να προχωρήσει σε ουσιαστικές κυρώσεις κατά της Μόσχας. Επιπλέον, ο Βλαντιμίρ Πούτιν κατόρθωσε να αποσπάσει ουσιαστικά πολιτική νομιμοποίηση των αξιώσεών του από τη στιγμή που ο Τραμπ τον υποδέχτηκε, χωρίς ορατό αποτέλεσμα, στις 15 Αυγούστου στην Αλάσκα.
Αυτό ήταν, εξάλλου, αναμενόμενο. Τέτοιες Σύνοδοι απαιτούν μήνες προετοιμασίας σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων. Ουσιαστικά, το αποτέλεσμα μιας τέτοιας συνάντησης είναι προκαθορισμένο, με τους ηγέτες να ρυθμίζουν τις τελευταίες λεπτομέρειες. Στην περίπτωση της Αλάσκας, η Σύνοδος στήθηκε βιαστικά, μέσα σε λίγες μόνο ημέρες.
Πέραν αυτού, ο Τραμπ αποστασιοποιήθηκε από την αρχική του θέση περί άμεσης εκεχειρίας που θα άνοιγε τον δρόμο για διαπραγματεύσεις μόνιμης ειρήνης, επιδιώκοντας πλέον ένα μακροπρόθεσμο ειρηνευτικό πλάνο. Μόνο που μία «γρήγορη ειρήνη» θα ήταν πιθανότατα υπερβολικά πρόχειρη, τόσο πρόχειρη, που σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, θα άφηνε ανοιχτή την πόρτα για νέα εισβολή από έναν ανασυνταγμένο ρωσικό στρατό. Τις στρατιωτικές εγγυήσεις και το κόστος τους θα αναλάβουν, βάσει των σημερινών σχεδιασμών, κυρίως τα ευρωπαϊκά κράτη.
Η πίεση των Ευρωπαίων για ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας
Αυτός ήταν και ο λόγος που οι Ευρωπαίοι και οι Ουκρανοί πιέζουν τον Τραμπ να προσφέρει ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία, με τις ΗΠΑ να σχεδιάζουν, όπως αποκάλυψαν πρόσφατα οι Financial Times, συμμετοχή στην αντιαεροπορική άμυνα της χώρας μετά το τέλος του πολέμου. Τεχνικές λεπτομέρειες επεξεργάζεται αυτή τη στιγμή ο Αμερικανός ΥΠΕΞ, Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος αναμένεται να παρουσιάσει σύντομα το σχετικό πλάνο. Η εξέλιξη αυτή ευθυγραμμίζεται με τις δηλώσεις του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, που ανέφερε πως την επόμενη εβδομάδα θα είναι σε θέση να παρουσιάσει το πλαίσιο των εγγυήσεων ασφαλείας. Σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζεται ένα πλαίσιο εγγυήσεων ασφαλείας όμοιο με αυτές του ΝΑΤΟ χωρίς να υπάρχει όμως ένταξη της Ουκρανίας στη συμμαχία.
Δεν αποκλείεται, μάλιστα, ένας από τους λόγους της ηχηρής ρωσικής επίθεσης στο Κίεβο να ήταν επίδειξη δύναμης προς την Ουάσιγκτον, με αφορμή τις πληροφορίες για τις υπό επεξεργασία εγγυήσεις ασφαλείας.
Από εκεί και πέρα, το Κρεμλίνο δήλωσε στον απόηχο της επίθεσης της Πέμπτης (28/8) ότι παραμένει ανοιχτή για διπλωματική λύση παρά το χτύπημα, ωστόσο οι Ευρωπαίοι θεωρούν ότι επιβεβαιώθηκαν οι αμφιβολίες τους. Υπενθυμίζεται ότι οι Ρώσοι αποφεύγουν μέχρι στιγμής απευθείας συνάντηση Πούτιν-Ζελένσκι, γεγονός που δυσκολεύει την προσπάθεια του Τραμπ να αυτοπροβληθεί ως «ειρηνοποιός». Στην πραγματικότητα βέβαια δεν τον ενδιαφέρει το μέλλον των Ουκρανών και των Ευρωπαίων. Θέλει απλώς να απεμπλακεί το ταχύτερο δυνατό από τα ευρωπαϊκά πράγματα ώστε να επικεντρωθεί γεωστρατηγικά στον Ειρηνικό Ωκεανό.
Οι Ευρωπαίοι «πληρώνουν» για τα λάθη τους
Το ζήτημα της επέκτασης του ΝΑΤΟ στα ανατολικά έχει πολλές διαστάσεις και αποτελεί ένα δικό του ξεχωριστό κεφάλαιο ανάλυσης. Όσον αφορά τον πόλεμο στην Ουκρανία πάντως, οι Ευρωπαίοι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να στηρίξουν τον Ζελένσκι όταν ξεκίνησε η ρωσική εισβολή το 2022, ακόμη και με την παροχή στρατιωτικού υλικού. Η κατηγορία ότι επέμειναν στον πόλεμο ή ότι ακολουθούσαν τυφλά τις ΗΠΑ είναι, σε μεγάλο βαθμό, αβάσιμη.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, είχαν υπάρξει πρωτοβουλίες για αποτροπή της σύγκρουσης, με (αναποτελεσματικές εκ του αποτελέσματος) επισκέψεις του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και του Γερμανού καγκελάριου Όλαφ Σολτς στη Μόσχα λίγες ημέρες πριν την εισβολή. Στο δεύτερο σκέλος, υπάρχει ιστορική διαφοροποίηση Γερμανίας και Γαλλίας και άλλων κρατών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, από τις ΗΠΑ, όπως φάνηκε και με την επίσης παράνομη εισβολή στο Ιράκ το 2003. Συνεπώς, η υποταγή στην Ουάσιγκτον δεν είναι δομική ούτε δεδομένη.
Ωστόσο, η κριτική ότι τα ευρωπαϊκά κράτη, και ιδίως η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν επιχείρησαν κάποια γεωστρατηγική αυτονόμηση από τις ΗΠΑ, είναι βάσιμη. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, τη ρήξη των διατλαντικών σχέσεων. Δεν αναιρεί όμως το γεγονός ότι η Ευρώπη όφειλε, ήδη από την έναρξη του πολέμου, να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο επανεκλογής του Τραμπ. Η απέχθειά του για τις διατλαντικές σχέσεις ήταν ήδη γνωστή από την πρώτη του θητεία. Αν η ΕΕ είχε αναλάβει σχετικές πρωτοβουλίες εγκαίρως, η κατάσταση μπορεί σήμερα να μην ήταν απαραίτητα καλύτερη αλλά ενδεχομένως πιο διαχειρίσιμη.
Ο Ρεπουμπλικανός μεγιστάνας είχε καταφέρει, παρά την ήττα του το 2020, να διατηρήσει ισχυρούς δεσμούς με το εκλογικό του ακροατήριο. Οι Ευρωπαίοι, όμως, έμοιαζαν σαν να είχαν εναποθέσει όλες τους τις ελπίδες στην επανεκλογή του Τζο Μπάιντεν, και, μετέπειτα, της Κάμαλα Χάρις. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθούν αμήχανοι και αβοήθητοι, βλέποντας τον Τραμπ να κερδίζει τις εκλογές και μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο να προσεγγίζει τον Πούτιν με φιλικές διαθέσεις και να επιβάλλει δασμούς όποτε διαφωνεί με κάποιον εταίρο.
Πλέον, τον παρακαλούν με τρόπο ταπεινωτικό να κάνει έστω τα ελάχιστα για μία βιώσιμη λύση στο Ουκρανικό. Και ο Τραμπ είναι σε θέση να επιβάλει τις απαιτήσεις του: Κανείς δεν πίστευε πριν λίγους μήνες ότι οι ΗΠΑ θα ανάγκαζαν την Ευρώπη να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες, τουλάχιστον όσων συμμετέχουν στο ΝΑΤΟ, στο 5% (ή έστω 3,5+1,5%). Παρόλα αυτά, κατάφεραν, προς το παρόν, να τον πείσουν για την ανάγκη ισχυρών εγγυήσεων ασφαλείας στην Ουκρανία.
Όμως, ο Τραμπ παραμένει απρόβλεπτος και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει νέα ανατροπή. Παραμένει επίσης άγνωστο τι ακριβώς έχει συζητηθεί, ενδεχομένως και συμφωνηθεί, μεταξύ των δύο ηγετών πίσω από κλειστές πόρτες. Ορισμένα μέσα είχαν αναφέρει τους τελευταίες μήνες ότι ο Τραμπ δεν θα είχε ιδιαίτερο μεγάλο πρόβλημα να αναγνωρίσει τετελεσμένα στην Κριμαία. Αυτός είναι και ένας εκ των μεγαλύτερων φόβων των Ευρωπαίων: μία de jure αναγνώριση της ρωσικής κυριαρχίας σε κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη. Μια τέτοια εξέλιξη θα ανέτρεπε τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το διεθνές σύστημα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ δεν είναι λίγα τα κράτη (π.χ. τα βαλτικά και τα σκανδιναβικά)που φοβούνται ότι σε περίπτωση ρωσικής επικράτησης στην Ουκρανία, η Μόσχα θα επιχειρήσει κι άλλες εισβολές.
Η Ευρώπη ανάμεσα σε Συμπληγάδες πέτρες
Η πραγματικότητα έχει επομένως αλλάξει δραματικά. Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα ανάμεσα στις συμπληγάδες της επιθετικότητας του Πούτιν από τη μία, και των δασμολογικών σοκ του Τραμπ από την άλλη.
Πέρα από τους δασμούς, δεν πρέπει να υποτιμάται και η εμμονή του Τραμπ με τη Γροιλανδία, μια περιοχή μεν αυτόνομη, αλλά που υπάγεται διοικητικά στη Δανία. Πρόκειται ουσιαστικά για αμφισβήτηση εδαφικής κυριαρχίας ευρωπαϊκού κράτους. Παρά το γεγονός ότι η Γροιλανδία δεν βρίσκεται το τελευταίο διάστημα στο επίκεντρο της δημοσιότητας, οι σκιές αμερικανικής παρέμβασης παραμένουν.
Το πλαίσιο αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη στιγμή που οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες της αντιμετωπίζουν σοβαρά εσωτερικά προβλήματα. Ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, τρέμει κάθε μυστική ψηφοφορία, υπό τον φόβο διαρροών, και αδυνατεί να συνεννοηθεί ακόμη και για τυπικά ζητήματα με τους Σοσιαλδημοκράτες εταίρους του. Στη Γαλλία, η κατάσταση είναι ακόμη πιο ρευστή. Ο πρωθυπουργός Φρανσουά Μπαϊρού κινδυνεύει να χάσει την ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ το ενδεχόμενο προσφυγής στο ΔΝΤ - αν και επισήμως διαψεύδεται - εξακολουθεί να αιωρείται στον δημόσιο διάλογο.
Επομένως η Ευρώπη κινδυνεύει να αφανιστεί όχι μόνο από εξωτερικές απειλές αλλά κυρίως από τις δικές της εσωτερικές αντιφάσεις. Για την ώρα η προοπτική ειρήνης στην Ουκρανία φαίνεται να απομακρύνεται, στον απόηχο του χθεσινού ρωσικού χτυπήματος στο Κίεβο.





