Οι μάρτυρες της ΑΔΑΕ περιέγραψαν τη διαδικασία ελέγχου για την άρση απορρήτου στο πλαίσιο εθνικής ασφάλειας, υπογραμμίζοντας ότι η Αρχή περιορίζεται σε τυπικούς ελέγχους και δεν αξιολογεί την ουσία των επισυνδέσεων ούτε την κρίση των εισαγγελικών αρχών. Ο πρώην αντιπρόεδρος της ΑΔΑΕ, Μιχαήλ Σακκάς, σημείωσε ότι η Αρχή κινητοποιήθηκε για τον έλεγχο του Predator μόνο μετά την καταγγελία του Νίκου Ανδρουλάκη, ενώ προηγουμένως δεν υπήρχε γνώση της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τον μάρτυρα, η ΑΔΑΕ διαπίστωσε ότι είχε εκδοθεί διάταξη άρσης απορρήτου για δύο μήνες, αλλά οι έλεγχοι στις εγκαταστάσεις της ΕΥΠ δεν ήταν πλήρεις σε επίπεδο χώρων και προσωπικού. Παρά τις αμφιβολίες, η Αρχή κατέληξε ότι δεν υπήρξε συνεργασία της ΕΥΠ με παράνομο λογισμικό, συμπέρασμα που προκάλεσε ερωτήσεις από την Έδρα για τη βάση του.
Ο δεύτερος μάρτυρας, μέλος της ΑΔΑΕ, Δημήτρης Βέργαδος, ανέφερε ότι εντοπίστηκε ότι τα παραπλανητικά SMS προέρχονταν από εταιρείες στη Θεσσαλονίκη και στο εξωτερικό, χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση από τις ξένες αρχές παρά τη δικαστική συνδρομή.
Τέλος, υπάλληλος μιας εκ των εμπλεκόμενων εταιρειών κατέθεσε ότι ταξίδευε στο εξωτερικό λόγω των πωλήσεων και των συναντήσεων με κυβερνητικούς φορείς άλλων χωρών. Ωστόσο, επικαλούμενος ρήτρες εμπιστευτικότητας, αρνήθηκε να αποκαλύψει τα ονόματα των στελεχών που συναντούσε για την παρουσίαση του λογισμικού.
Η δίκη συνεχίζεται με στόχο να ξεκαθαριστεί η εμπλοκή των κατηγορουμένων και η διεθνής διάσταση της υπόθεσης.



