Πιο αναλυτικά, στη σχετική επιστολή επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με δημοσιεύματα, η τροπολογία προβλέπει ότι για να επισκεφθεί ένας ασθενής ιατρό άλλης ειδικότητας, θα πρέπει να λάβει παραπομπή από τον προσωπικό ιατρό του. Πρόκειται για την προσέγγιση που είναι γνωστή ως “Gatekeeping”, η οποία έχει δοκιμαστεί σε διάφορα Εθνικά Συστήματα Υγείας άλλων χωρών χωρίς επιτυχία, οδηγώντας, μάλιστα, ασθενείς από χώρες του εξωτερικού να προτιμούν την Ελλάδα για την παροχή υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.).
Σύμφωνα με τον ΙΣΑ, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου υπάρχει μεγάλος αριθμός εξειδικευμένων ιατρών, η επιβολή ενός τέτοιου μηχανισμού ενδέχεται να προκαλέσει περισσότερα προβλήματα από αυτά που επιχειρεί να επιλύσει. Συγκεκριμένα, οι ασθενείς θα αναγκάζονται να ακολουθούν μια χρονοβόρα και γραφειοκρατική διαδικασία για να αποκτήσουν πρόσβαση στον κατάλληλο ειδικό, γεγονός που θέτει σε άμεσο κίνδυνο την υγεία τους.
Ο Σύλλογος υπενθυμίζει ότι στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. λειτουργεί εδώ και χρόνια ένα δοκιμασμένο σύστημα συμβάσεων με ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, εκτός των προσωπικών ιατρών, το οποίο προβλέπει έως 200 επισκέψεις μηνιαίως ανά ιατρό.
Η επιστολή καταλήγει ζητώντας διαβεβαιώσεις από την πολιτική ηγεσία ότι θα παραμείνει ελεύθερη η πρόσβαση στους εξειδικευμένους ιατρούς:
«Η εφαρμογή της τροπολογίας, που εισάγει υποχρεωτική παραπομπή μέσω προσωπικού ιατρού, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για πιθανή κατάργηση των συμβάσεων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Για τους παραπάνω λόγους, ζητούμε την άμεση παροχή διευκρινίσεων αναφορικά με την εφαρμογή της συγκεκριμένης τροπολογίας και τη διασφάλιση της ελεύθερης πρόσβασης στους ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, όπως ισχύει έως τώρα βάσει των συμβάσεων και των προβλεπόμενων επισκέψεων».
Σχολιάζοντας το θέμα, ο Πρόεδρος του ΙΣΑ, Γ. Πατούλης, τόνισε:
«Η πρόσβαση των πολιτών σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας πρέπει να είναι άμεση και απρόσκοπτη. Κάθε ρύθμιση που εισάγει επιπλέον εμπόδια και καθυστερήσεις στην ιατρική φροντίδα είναι εις βάρος του πολίτη. Η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει την ελεύθερη επιλογή ιατρού, την αξιοποίηση του υψηλά εξειδικευμένου ιατρικού προσωπικού και την εύρυθμη λειτουργία της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας προς όφελος των ασθενών και της δημόσιας υγείας».






