Πιο συγκεκριμένα, σε συνέντευξή που παραχώρησε στο Reuters, ο Μοχάμεντ Γιακούμπ Τζανάμπι τόνισε ότι θα ήταν σοβαρό λάθος να υποβαθμιστεί η απειλή, ιδιαίτερα επειδή η τρέχουσα επιδημία συνδέεται με το στέλεχος Bundibugyo, για το οποίο δεν υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο.
Παράλληλα, κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να ενισχύσει τη συνεργασία και τη στήριξη προς τις πληγείσες χώρες, υπογραμμίζοντας ότι η επιδημία μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο μόνο μέσα από συντονισμένες ενέργειες.
Ο ίδιος σημείωσε επίσης ότι η έξαρση του Έμπολα στο Κονγκό έχει λάβει μικρότερη διεθνή προσοχή σε σύγκριση με το πρόσφατο ξέσπασμα χανταϊού που εντοπίστηκε αυτόν τον μήνα σε κρουαζιερόπλοιο με επιβάτες από 23 διαφορετικές χώρες.
Σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί 671 ύποπτα κρούσματα και 160 θάνατοι που εκτιμάται ότι σχετίζονται με τον ιδιαίτερα θανατηφόρο ιό. Από αυτά, 64 περιστατικά και έξι θάνατοι έχουν επιβεβαιωθεί εργαστηριακά ως κρούσματα Έμπολα.
Ο ΠΟΥ είχε αναφέρει λίγες ημέρες νωρίτερα περίπου 600 ύποπτα κρούσματα και 130 θανάτους, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι πραγματικοί αριθμοί πιθανόν να είναι σημαντικά μεγαλύτεροι, καθώς πολλά περιστατικά δεν καταγράφονται επίσημα.
Η νέα επιδημία έχει προκαλέσει αυξημένη ανησυχία σε ολόκληρη την κεντρική και ανατολική Αφρική, εξαιτίας της υψηλής μεταδοτικότητας, αλλά και της μεγάλης θνητότητας του ιού.
Σύμφωνα με τα Africa Centres for Disease Control and Prevention, η επιδημία ξεκίνησε πριν από περίπου δύο μήνες στην επαρχία Ιτουρί, στα βορειοανατολικά της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, κοντά στα σύνορα με την Ουγκάντα και το Νότιο Σουδάν.
Πρόκειται για τη 17η επιδημία Έμπολα που καταγράφεται στη χώρα από το 1976.
Η τρέχουσα έξαρση αποδίδεται στο σπάνιο στέλεχος Μπουντιμπουγκιό, για το οποίο δεν υπάρχουν εγκεκριμένα εμβόλια ή εξειδικευμένες θεραπείες, γεγονός που δυσχεραίνει σημαντικά τις προσπάθειες περιορισμού της νόσου.
Να σημειωθεί εδώ ότι ο Έμπολα συγκαταλέγεται στους πιο επικίνδυνους ιούς παγκοσμίως, καθώς μεταδίδεται μέσω στενής επαφής με μολυσμένα άτομα ή σωματικά υγρά και χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας.
Η πιο καταστροφική επιδημία του ιού σημειώθηκε το διάστημα 2014–2015 στη δυτική Αφρική, όταν περισσότεροι από 11.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, σύμφωνα με στοιχεία διεθνών οργανισμών.






