Η έρευνα αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες εργαζόμενοι βιώνουν αυτές τις αλλαγές, τον τρόπο που συνυπάρχουν με την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) και τις προσδοκίες τους από τους εργοδότες τους, προσφέροντας σημαντικά στοιχεία για τη διαμόρφωση της εργασιακής εμπειρίας τα επόμενα χρόνια.
Παρά τη γενική περιορισμένη υιοθέτηση, η χρήση εργαλείων ΤΝ αποδίδει οφέλη. Το 43% των εργαζομένων έχει χρησιμοποιήσει ΤΝ στη δουλειά τον τελευταίο χρόνο, ενώ το 10% χρησιμοποιεί καθημερινά εργαλεία GenAI – ποσοστό σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με το 2024. Οι καθημερινοί χρήστες αναφέρουν αυξημένη παραγωγικότητα (88%), μεγαλύτερη δημιουργικότητα (81%) και βελτίωση της ποιότητας της εργασίας (84%), ενώ περισσότεροι από 8 στους 10 θεωρούν ότι τα οφέλη θα συνεχιστούν τα επόμενα τρία χρόνια. Σε συναισθηματικό επίπεδο, η ΤΝ αντιμετωπίζεται κυρίως ως ευκαιρία παρά ως απειλή, αν και η στάση παραμένει λιγότερο θετική σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο.
Η αισιοδοξία για το μέλλον της εργασίας υπερισχύει, αλλά δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένη. Περίπου οι μισοί εργαζόμενοι δηλώνουν αισιόδοξοι για τον ρόλο τους, με τα ανώτατα στελέχη και τους managers να εμφανίζονται πιο θετικοί (75% και 65% αντίστοιχα) σε σύγκριση με το 45% των μη διευθυντικών υπαλλήλων. Οι διευθυντές και ανώτερα στελέχη βρίσκουν επίσης πιο συχνά νόημα και ευκαιρίες προσωπικής ανάπτυξης (56%) σε σύγκριση με το 42% των μη διευθυντικών υπαλλήλων. Εμφανίζονται επίσης διαφορές ανά φύλο, με τους άνδρες να δηλώνουν συχνότερα ότι αισθάνονται εμπνευσμένοι και οι γυναίκες να βιώνουν πιο συχνά κόπωση.
Οι δεξιότητες παραμένουν κρίσιμες για την επαγγελματική ετοιμότητα. Επτά στους 10 εργαζόμενους εκτιμούν ότι περισσότερες από τις μισές σημερινές τους δεξιότητες θα παραμείνουν σημαντικές τα επόμενα τρία χρόνια. Ωστόσο, μόνο το 49% ανέπτυξε νέες δεξιότητες τον τελευταίο χρόνο, ενώ το 65% των καθημερινών χρηστών GenAI αναφέρει ότι απέκτησε νέες δεξιότητες που ενισχύουν την επαγγελματική του ανάπτυξη, υπογραμμίζοντας τη σύνδεση μεταξύ τεχνολογίας και συνεχούς μάθησης. Παράλληλα, μόλις το 48% των εργαζομένων δηλώνει ότι έχει πρόσβαση σε επαρκείς πόρους μάθησης και ανάπτυξης, χαμηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο.
Η εμπιστοσύνη στον χώρο εργασίας παραμένει κομβική, κυρίως στη σχέση με τον άμεσο προϊστάμενο (51%), ενώ η εμπιστοσύνη προς την ανώτατη διοίκηση είναι χαμηλότερη (41%). Η οικονομική κατάσταση επηρεάζει σημαντικά την εμπιστοσύνη: όσοι δυσκολεύονται να καλύψουν τα έξοδά τους δείχνουν λιγότερη εμπιστοσύνη, ενώ οι εργαζόμενοι με οικονομική άνεση αναφέρουν πιο συχνά ότι οι προϊστάμενοι τηρούν τις υποσχέσεις τους και ενθαρρύνουν την ανοιχτή επικοινωνία.
Τέλος, η εργασιακή ασφάλεια και οι αποδοχές παραμένουν οι βασικοί παράγοντες παρακίνησης. Το 84% των εργαζομένων θεωρεί σημαντικό ένα λογικό επίπεδο ασφάλειας στη δουλειά, ενώ η οικονομική σταθερότητα επηρεάζει άμεσα τη δέσμευση: όσοι αισθάνονται ασφαλείς ανυπομονούν περισσότερο να πάνε στη δουλειά (63%), είναι περήφανοι για τη δουλειά τους (79%) και προσφέρουν περισσότερα από όσα απαιτεί ο ρόλος τους (71%), σε αντίθεση με όσους αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες (50%, 66% και 62% αντίστοιχα).
Η έρευνα καταδεικνύει ότι η ελληνική αγορά εργασίας βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο, όπου η τεχνολογία, η εμπιστοσύνη και η ασφάλεια διαμορφώνουν τα κριτήρια επιλογής και παρακίνησης των εργαζομένων για τα επόμενα χρόνια.



