Η μεταβολή δεν αναιρεί το μέγεθος του Πειραιά. Δείχνει, ωστόσο, ότι άλλα ευρωπαϊκά λιμάνια αναπτύσσονται ταχύτερα, την ώρα που η αναδιάταξη των δρομολογίων λόγω της κρίσης στην Ερυθρά Θάλασσα εξακολουθεί να επηρεάζει την Ανατολική Μεσόγειο. Ο Προβλήτας Ι κατέγραψε μάλιστα ιστορικό υψηλό το 2025, με 664.581 TEU. Η επίδοση αυτή δεν αρκούσε για να αντιστρέψει την πτώση της συνολικής διακίνησης του λιμανιού.
Στην κορυφή της ευρωπαϊκής αγοράς παραμένουν οι μεγάλοι λιμένες της βόρειας Ευρώπης, οι οποίοι αναπτύχθηκαν ως κύριες πύλες προς τις βιομηχανικές και καταναλωτικές αγορές της περιοχής. Ο χάρτης, όμως, αλλάζει. Το Γκντανσκ, το Σίνες, η Κλαϊπέντα, το Βίλχελμσχαφεν και η Γκντίνια πέρασαν το όριο του ενός εκατομμυρίου TEU μόλις κατά τη δεκαετία του 2010 ή στις αρχές της δεκαετίας του 2020. Η άνοδός τους συνδέεται με τις αλλαγές στις εμπορικές ροές και στα δίκτυα των ναυτιλιακών εταιρειών.
Τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2026 δείχνουν ότι η τάση συνεχίζεται. Το Γκντανσκ εμφανίζει αύξηση διακίνησης περίπου 23% και το Βίλχελμσχαφεν 36%. Ο Πειραιάς, αντίθετα, παραμένει σε αρνητικό έδαφος. Με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα, το PortEconomics εκτιμά ότι ενδέχεται να κλείσει το 2026 στην 8η θέση. Η ετήσια κατάταξη, πάντως, δεν έχει ακόμη κριθεί.
Η ευρωπαϊκή σύγκριση δείχνει επίσης πόσο δύσκολο είναι να διατηρηθεί μια θέση στην κορυφή. Κατά μέσο όρο, οι λιμένες της ΕΕ χρειάστηκαν εννέα χρόνια για να αυξήσουν τη διακίνησή τους από το ένα στα δύο εκατομμύρια TEU και περίπου 21 χρόνια για να φτάσουν τα πέντε εκατομμύρια. Πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκονται επενδύσεις στις υποδομές, συνδέσεις με την ενδοχώρα και σταθερή παρουσία στα δίκτυα μεταφοράς.
Για τον Πειραιά, το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσα φορτία μπορεί να ανακτήσει εάν αποκατασταθούν οι διελεύσεις από το Σουέζ — και πόσα θα μπορέσει να διατηρήσει όταν ο ανταγωνισμός στην Ευρώπη εντείνεται.



