Την ίδια στιγμή, επιταχύνεται η αποστολή εκκαθαριστικών με «κατ’ εκτίμηση» φόρους σε χιλιάδες πολίτες που δεν υπέβαλαν φορολογική δήλωση για το φορολογικό έτος 2020. Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις εντοπίστηκαν ύστερα από εκτεταμένες διασταυρώσεις στοιχείων για εισοδήματα, τραπεζικές κινήσεις και περιουσιακά δεδομένα, ενώ ο φόρος υπολογίζεται με βάση τα στοιχεία που διαθέτει ήδη η ΑΑΔΕ.
Σύμφωνα με τη διαδικασία, η φορολογική διοίκηση μπορεί να προχωρήσει σε πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου όταν προκύπτει φορολογητέα ύλη και το ποσό φόρου που πρέπει να βεβαιωθεί υπερβαίνει τα 30 ευρώ.
Στο στόχαστρο των ελέγχων βρίσκονται κυρίως φορολογούμενοι με αδήλωτα αναδρομικά από μισθούς και συντάξεις, εισοδήματα από το εξωτερικό, αδήλωτα έσοδα από ενοίκια, αλλά και επαγγελματίες ή επιχειρήσεις που δεν υπέβαλαν ή καθυστέρησαν να υποβάλουν συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών και προμηθευτών.
Παράλληλα, η ΑΑΔΕ εξετάζει:
-
επαγγελματίες με μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στα δηλωθέντα εισοδήματα και την πραγματική οικονομική δραστηριότητα,
-
περιπτώσεις όπου οι τραπεζικές κινήσεις δεν συμβαδίζουν με τα δηλωμένα εισοδήματα,
-
φορολογούμενους που εμφανίζουν υψηλές δαπάνες διαβίωσης χωρίς επαρκή φορολογική κάλυψη.
Για τον εντοπισμό των παραβάσεων, μάλιστα, οι ελεγκτικές υπηρεσίες αξιοποιούν σύγχρονες έμμεσες τεχνικές ελέγχου, όπως ανάλυση ρευστότητας, εξέταση τραπεζικών συναλλαγών, μεταβολές καθαρής θέσης και παρακολούθηση δαπανών σε μετρητά.
Με τη χρήση ψηφιακών εργαλείων και αυτοματοποιημένων διασταυρώσεων, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί μπορούν πλέον να εντοπίζουν ύποπτες υποθέσεις μέσα σε λίγες ώρες, περιορίζοντας σημαντικά τον χρόνο που απαιτούσαν στο παρελθόν οι παραδοσιακοί φορολογικοί έλεγχοι.





