Η έκθεση της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης (DG TAXUD) αναγνωρίζει ότι οι ψηφιακές μεταρρυθμίσεις, όπως η επέκταση του myDATA, η αντικατάσταση του χαρτοσήμου από το ψηφιακό τέλος συναλλαγών και η εντατικοποίηση των φορολογικών ελέγχων, συνέβαλαν ουσιαστικά στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στη βελτίωση της εισπραξιμότητας.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζει σημαντικό μέρος των φορολογικών της εσόδων στη βαριά φορολόγηση της εργασίας, στους έμμεσους φόρους και κυρίως στον ΦΠΑ και τη φορολογία της ενέργειας, επιλογές που επιβαρύνουν κυρίως μισθωτούς και καταναλωτές.
Ουσιαστικά, η έκθεση επισημαίνει ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί στη λειτουργία της φορολογικής διοίκησης και στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, το ελληνικό φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλή επιβάρυνση της εργασίας και έντονη εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους. Πρόκειται για μια δομή που, σύμφωνα με την Κομισιόν, διαφοροποιεί την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και διατηρεί ανοικτή τη συζήτηση για μια ευρύτερη αναμόρφωση του φορολογικού μείγματος με στόχο τη δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών.
Πρωτιά στην επιβάρυνση της εργασίας
Αναλυτικά, το πλέον χαρακτηριστικό εύρημα αφορά τον έμμεσο φορολογικό συντελεστή στην εργασία (Implicit Tax Rate on Labour), ο οποίος διαμορφώθηκε το 2024 στο 44,8%, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο δείκτης αποτυπώνει το σύνολο της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας, περιλαμβάνοντας τον φόρο εισοδήματος, τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών, καθώς και κάθε άλλη επιβάρυνση που συνδέεται με τη μισθωτή απασχόληση.
Με βάση τα στοιχεία της έκθεσης, σχεδόν τα 45 ευρώ από κάθε 100 ευρώ συνολικού κόστους εργασίας καταλήγουν στο Δημόσιο μέσω φόρων και εισφορών, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται στο 37,1%.
Αντίστοιχα, για έναν άγαμο εργαζόμενο με μέσο μισθό, η συνολική φορολογική επιβάρυνση διαμορφώθηκε το 2025 στο 39,3% του κόστους εργασίας, έναντι 35,1% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Η Κομισιόν επισημαίνει ακόμη ότι οι πραγματικοί οριακοί φορολογικοί συντελεστές αυξάνονται αισθητά στα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, γεγονός που μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά για την αύξηση των αποδοχών ή την ανάληψη πρόσθετης εργασίας. Σημειώνεται πάντως ότι από φέτος εφαρμόζονται αλλαγές στη φορολογική κλίμακα για τα υψηλότερα εισοδήματα, περιορίζοντας μέρος της επιβάρυνσης.
Ο ΦΠΑ παραμένει ο βασικός πυλώνας των φορολογικών εσόδων
Η έκθεση καταγράφει επίσης τη μεγάλη εξάρτηση των δημόσιων εσόδων από την έμμεση φορολογία.
Όπως αναφέρεται, η Ελλάδα σημείωσε τη μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο μερίδιο του ΦΠΑ στο συνολικό φορολογικό μείγμα, κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2014, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο φόρος προστιθέμενης αξίας αποτελεί πλέον έναν από τους βασικούς αιμοδότες των κρατικών εσόδων.
Παράλληλα, συγκαταλέγεται μαζί με την Ουγγαρία και τη Γαλλία στις τρεις μόνο χώρες όπου το μερίδιο των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα συνολικά φορολογικά έσοδα δεν μειώθηκε, σε αντίθεση με τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση.
Την ίδια στιγμή, ο Έμμεσος Συντελεστής (ITR) Κατανάλωσης υποχώρησε κατά 2,6 ποσοστιαίες μονάδες, ένδειξη ότι η διατήρηση των υψηλών φορολογικών εσόδων δεν συνδέεται με ισχυρότερη κατανάλωση, αλλά με τη διατήρηση υψηλών φορολογικών συντελεστών σε βασικά αγαθά.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να εφαρμόζει βασικό συντελεστή ΦΠΑ 24%, έναν από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιβαρύνοντας αναλογικά περισσότερο τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
Πρώτη στην ΕΕ στους περιβαλλοντικούς φόρους
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στους περιβαλλοντικούς φόρους, οι οποίοι αντιστοιχούν στο 3,8% του ΑΕΠ, ποσοστό που κατατάσσει την Ελλάδα στην πρώτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών.
Η επίδοση αυτή αποδίδεται κυρίως στην υψηλή φορολόγηση της ενέργειας και των καυσίμων. Η Επιτροπή σημειώνει ότι, παρότι οι συγκεκριμένοι φόροι στηρίζουν τους στόχους της πράσινης μετάβασης, η υπερβολική εξάρτηση από αυτούς αυξάνει το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονων ανατιμήσεων στην ενέργεια.
Αντίθετα, οι φόροι στην ακίνητη περιουσία εμφανίζουν μειωμένη συμμετοχή στο φορολογικό μείγμα σε σχέση με το 2014, αν και εξακολουθούν να αποφέρουν το 6,6% των συνολικών φορολογικών εσόδων.






