• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
DBRS: Ισχυρές οι ελληνικές τράπεζες – Πάνω από τον ευρωπαϊκό μ.ο. σε κερδοφορία και stress tests
11:21 - 05 Αυγ 2025

DBRS: Ισχυρές οι ελληνικές τράπεζες – Πάνω από τον ευρωπαϊκό μ.ο. σε κερδοφορία και stress tests

Στο επίκεντρο ανάλυσης της DBRS που δημοσιεύθηκε την Τρίτη (5/8) βρίσκονται οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες (Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς) με αφορμή τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2025. Η DBRS υπογραμμίζει την ανθεκτικότητα του τραπεζικού κλάδου, με θετικές επιδόσεις που ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στα πρόσφατα stress tests της EBA.

Τα βασικά σημεία της νέας έκθεσης της DBRS για τις ελληνικές τράπεζες υπογραμμίζουν ότι:

  • Οι τέσσερις τράπεζες κατέγραψαν συνολικά καθαρά κέρδη ύψους 2,4 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2025, σημειώνοντας αύξηση 4% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
  • Η αύξηση των καθαρών εσόδων από προμήθειες και συναλλαγές, σε συνδυασμό με τη συγκράτηση του λειτουργικού κόστους και τη σταθερότητα στο κόστος κινδύνου, συνέβαλαν στον περιορισμό της μείωσης των καθαρών εσόδων από τόκους (NII).
  • Οι δείκτες κόστους κινδύνου και ποιότητας του ενεργητικού έχουν πλέον προσεγγίσει τα ευρωπαϊκά επίπεδα.
  • Η χρηματοδότηση και η ρευστότητα παραμένουν σε υγιή επίπεδα, ενώ η κεφαλαιακή επάρκεια παραμένει ισχυρή.

Οι προμήθειες και οι χρηματοοικονομικές πράξεις στηρίζουν τα κέρδη

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, τα συνολικά έσοδα των τεσσάρων μεγάλων ελληνικών τραπεζών αυξήθηκαν κατά 3% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω της ενίσχυσης των εσόδων από χρηματοοικονομικές πράξεις και λοιπές πηγές. Τα βασικά έσοδα (καθαρά έσοδα από τόκους και καθαρές προμήθειες) παρέμειναν σταθερά σε ετήσια βάση, καθώς η υποχώρηση των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) αντισταθμίστηκε από την αύξηση των καθαρών προμηθειών. Σημαντική συμβολή στα αποτελέσματα είχε η εξαγορά της Ελληνικής Τράπεζας από τη Eurobank το τρίτο τρίμηνο του 2024, η οποία ενίσχυσε τα έσοδα στο πρώτο εξάμηνο του 2025.

Συνολικά, τα καθαρά έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 2% σε σύγκριση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2024, λόγω της μείωσης των επιτοκίων. Ωστόσο, η διατηρούμενη πιστωτική επέκταση, τα οφέλη από την αντιστάθμιση επιτοκιακού κινδύνου, το χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης μέσω καταθέσεων και η υψηλότερη συμβολή από τίτλους σταθερού εισοδήματος μείωσαν τις πιέσεις στα NII.

Διαχειρίσιμοι και υπό έλεγχο οι πιστωτικοί κίνδυνοι

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, οι προβλέψεις για ζημίες από δάνεια (LLPs) παρέμειναν ουσιαστικά σταθερές σε ετήσια βάση, καθώς οι κίνδυνοι δανείων έχουν σταθεροποιηθεί και ο σχηματισμός νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα. Το μέσο κόστος κινδύνου (COR) διαμορφώθηκε στις 65 μονάδες βάσης για το α’ εξάμηνο του 2025, χαμηλότερο σε σύγκριση με τα επίπεδα των προηγούμενων ετών, γεγονός που υποστηρίχθηκε επίσης από την ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη.

Βελτιωμένοι δείκτες ενεργητικού: Κλείνει η ψαλίδα με την Ευρώπη

Το προφίλ ποιότητας ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών έχει σταθεροποιηθεί σε βελτιωμένα επίπεδα το τελευταίο διάστημα, χάρη τόσο στην οργανική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (workout activity), όσο και στις πωλήσεις NPEs, στον περιορισμένο σχηματισμό νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, στη δυναμική πιστωτική επέκταση και στην ενίσχυση των προβλέψεων.

Στο τέλος Ιουνίου 2025, ο μέσος μικτός δείκτης NPE διαμορφώθηκε στο 2,9% και ο καθαρός δείκτης στο 0,7%, έναντι 2,9% και 0,8% αντίστοιχα στο τέλος του 2024. Το μέσο ποσοστό κάλυψης των NPEs με βάση τις συνολικές προβλέψεις αυξήθηκε στο περίπου 78%, από 74% την ίδια περίοδο.

Ισχυρό κεφαλαιακό προφίλ ενισχύει την ευελιξία και τις προοπτικές

Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών είναι πλέον πιο ενισχυμένη σε σύγκριση με το παρελθόν, αντανακλώντας την αυξημένη παραγωγή κερδών, τη μείωση κινδύνων (de-risking), τις ενέργειες διαχείρισης κεφαλαίου, αλλά και παρά τις μεγαλύτερες αποδόσεις προς τους μετόχους, την απομείωση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTC), τις επιπτώσεις της Βασιλείας ΙV, τη σημαντική επέκταση του χαρτοφυλακίου δανείων και τις εξαγορές.

Στο τέλος Ιουνίου 2025, ο μέσος δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (CET1) διαμορφώθηκε στο 16,0%, ενώ ο μέσος συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας ανήλθε στο 20,7%, σε σύγκριση με 16,1% και 20,2% αντίστοιχα στο τέλος του 2024. Τα επίπεδα αυτά αντιστοιχούν σε μέσο κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας περίπου 600 μονάδων βάσης τόσο για τον δείκτη CET1 όσο και για τον συνολικό δείκτη.

Σύμφωνα με τον Andrea Costanzo, Αντιπρόεδρο της DBRS για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, «η σταθερή επίδοση των ελληνικών τραπεζών στο πρώτο εξάμηνο του 2025 οδήγησε στην αναθεώρηση προς τα πάνω του στόχου κερδοφορίας για το έτος, κυρίως λόγω της ενισχυμένης πιστωτικής επέκτασης και των ευνοϊκών τάσεων στην ποιότητα του ενεργητικού».

Επιπλέον, όπως σημειώνει, «η ισχυρή κεφαλαιακή τους βάση, η οποία επιβεβαιώνεται και από τις καλύτερες επιδόσεις έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου στις φετινές ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων της EBA, προσφέρει στις ελληνικές τράπεζες ευελιξία για τη μελλοντική στρατηγική τους».

Τελευταία τροποποίηση στις 05/08/2025 - 12:06