Παρά το γεγονός ότι το βασικό της σενάριο για το 2026 προβλέπει ήπια επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας στο 2,7%, χαμηλότερα από τις προβλέψεις του Φεβρουαρίου, η τράπεζα τονίζει ότι οι κίνδυνοι προς τα κάτω έχουν αυξηθεί σημαντικά. Σε ακραίες συνθήκες, η ανάπτυξη θα μπορούσε να υποχωρήσει κάτω από το 2%, ενώ ο γενικός πληθωρισμός να ξεπεράσει το 4%.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Citi, αν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, οι οικονομικές συνέπειες θα μπορούσαν να γίνουν σοβαρές, αφαιρώντας έως και μία ποσοστιαία μονάδα από την ανάπτυξη και προσθέτοντας περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό. Η τράπεζα επισημαίνει ότι κάθε αύξηση 10% στην τιμή του πετρελαίου μειώνει την παγκόσμια ανάπτυξη κατά 15–20 μονάδες βάσης και αυξάνει τον γενικό πληθωρισμό κατά 30–40 μονάδες βάσης.
Παρά τους κινδύνους, η Citi επισημαίνει ότι η διεθνής οικονομία εμφανίζεται σήμερα πιο ανθεκτική σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες, χάρη στη χαμηλότερη ενεργειακή ένταση, τη μεγαλύτερη ευελιξία στην παραγωγή και την καλύτερη προσαρμοστικότητα των οικονομιών.
Ωστόσο, ορισμένες περιοχές παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτες. Η Ασία, με οικονομίες όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Ινδία, είναι εκτεθειμένη σε πιθανές διαταραχές στο Στενό του Ορμούζ και στην εισαγωγή πετρελαίου, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει κινδύνους λόγω της εξάρτησης από εισαγωγές LNG από το Κατάρ. Αντίθετα, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς, ως καθαροί εξαγωγείς πετρελαίου, εμφανίζονται σε καλύτερη θέση, ενώ η Ρωσία θα μπορούσε να επωφεληθεί από ενδεχόμενη αύξηση ζήτησης για τις εξαγωγές της.
Σχετικά με τη νομισματική πολιτική, η Citi προβλέπει ότι οι κεντρικές τράπεζες θα κρατήσουν, τουλάχιστον αρχικά, στάση αναμονής, ζυγίζοντας την ανάγκη περιορισμού του πληθωρισμού με τον κίνδυνο επιβράδυνσης της ανάπτυξης. Η τράπεζα επισημαίνει ότι η πρόσφατη πανδημία είχε δείξει ότι πολλές κεντρικές τράπεζες καθυστέρησαν να αντιδράσουν σε κρίσεις.
Συνολικά, η Citi καταλήγει ότι η παγκόσμια οικονομία παραμένει σταθερή, αλλά η κρίση στη Μέση Ανατολή την καθιστά ευάλωτη. Εάν η αναταραχή συνεχιστεί, το ενεργειακό σοκ μπορεί να μετατραπεί από διαχειρίσιμο κίνδυνο σε σοβαρό εμπόδιο για την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και την οικονομική σταθερότητα διεθνώς.



