Ο ίδιος κρατά για την ώρα κλειστά τα χαρτιά του, φροντίζοντας, ωστόσο, να παρεμβαίνει είτε μέσω του ινστιτούτου του είτε όταν κρίνει ότι πρέπει να απαντήσει σε όσους τον κατηγορούν για τις επιλογές που έκανε την περίοδο της διακυβέρνησής του.
Η κρίση στον χώρο της Κεντροαριστεράς
Η Κεντροαριστερά στην Ελλάδα — αλλά και διεθνώς — νοσεί και μάλιστα βαριά. Από τη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ δεν δείχνει προς το παρόν ικανό να διεκδικήσει με αξιώσεις τη διακυβέρνηση της χώρας, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν στη λύση Τσίπρα μέσω ενός νέου κομματικού μηχανισμού, με πιο μετριοπαθές ύφος σε σύγκριση με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν ένα τέτοιο εγχείρημα θα είχε πολιτική δυναμική, αντοχή και μακροπρόθεσμη προοπτική.
Το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και ενδιαφέρεται για μία επιστροφή του είναι γνωστό. Άγνωστο παραμένει αν έχει αποφασίσει την ίδρυση νέου κόμματος και σε ποιο χρονικό διάστημα θα προχωρήσει, εφόσον το κάνει. Οι περισσότερες πληροφορίες κλίνουν, πάντως, προς το συμπέρασμα ότι θα επιχειρήσει να υλοποιήσει το νέο εγχείρημα.
Στα 51 του μόλις χρόνια, ο Τσίπρας εντοπίζει προβλήματα ηγεσίας στον προοδευτικό χώρο και θεωρεί πως με την εμπειρία μπορεί να ηγηθεί εκ νέου, υπό νέες συνθήκες.
Δημοσκοπήσεις και πολιτικές ψευδαισθήσεις
Από το περιβάλλον του διαρρέεται ότι, σύμφωνα με ορισμένες μετρήσεις, ένα νέο κόμμα υπό τον Τσίπρα μπορεί να αγγίξει ακόμη και ποσοστά 20% στις δημοσκοπήσεις. Ορισμένοι μάλιστα εκτιμούν πως όταν και εφόσον ιδρυθεί, θα αποκτήσει περαιτέρω δυναμική.
Ωστόσο, τέτοιες προβλέψεις είναι μάλλον απλουστευτικές. Οι μετρήσεις σε κόμματα που δεν έχουν ακόμα συγκροτηθεί συνήθως παρουσιάζουν αστοχίες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι:
- Η Λαϊκή Ενότητα του Παναγιώτη Λαφαζάνη, που το 2015 φαινόταν να αγγίζει το 6%, αλλά τελικά έμεινε εκτός Βουλής.
- Η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου, που μπήκε στη Βουλή το 2023, παρότι μέχρι έναν μήνα πριν τις εκλογές δεν καταγραφόταν κάποια δυναμική.
Ως εκ τούτου, η επιρροή του Τσίπρα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με ακρίβεια όσο δεν έχει πάρει επίσημη μορφή το εγχείρημα. Το ίδιο ισχύει και για εκτιμήσεις που αναφέρουν πως η εκλογική του επιρροή έχει ταβάνι το 10%.
Το rebranding Τσίπρα και τα όρια του
Τα τελευταία δύο χρόνια ο Τσίπρας έχει επενδύσει στον πολιτικό του επαναπροσδιορισμό. Στόχος είναι να προβάλλει ένα πιο μετριοπαθές, σοσιαλδημοκρατικό προφίλ, με ευρωπαϊκό προσανατολισμό.
Ορισμένα δείγματα αυτής της νέας εικόνας έχουν ήδη φανεί μέσα από τις ομιλίες του σε εκδηλώσεις του ινστιτούτου του. Το ύφος του πράγματι έχει αλλάξει, αλλά είναι αμφίβολο αν αυτό θα πείσει το παλιό του εκλογικό κοινό ή αν θα προσελκήσει νέο ακροατήριο.
Ο Τσίπρας αναδείχθηκε σε πρωθυπουργό μέσα σε συνθήκες οξείας κρίσης και πολιτικής ρευστότητας. Επένδυσε στην πόλωση και σε ένα πολιτικό αφήγημα που το 2015 αποδείχθηκε μη εφαρμόσιμο.
Το 2019, η ίδια τακτική τον βοήθησε να περιορίσει τις απώλειες. Το 2023 όμως αποδείχθηκε καταστροφική. Δεν κατάφερε να δείξει την απαραίτητη προσαρμοστικότητα, πιθανώς και υπό την πίεση εσωκομματικών ισορροπιών.
Πλέον, φαίνεται να επιδιώκει ενωτικό προφίλ. Όμως ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας τον έχει ταυτίσει με τη ρητορική της σύγκρουσης.
Ασαφές πολιτικό όραμα και οι αμαρτίες του παρελθόντος
Από τις λιγοστές δημόσιες παρεμβάσεις του, παρότι το ύφος είναι πιο μετριοπαθές και «συστημικό», λείπει μια συγκεκριμένη πολιτική πρόταση για τη χώρα. Η ρητορική του επικεντρώνεται στην ανάγκη συσπείρωσης των προοδευτικών δυνάμεων ενάντια στην άνοδο της ακροδεξιάς. Περιορίζεται δηλαδή στην περιγραφή μίας πραγματικότητας μεν που δεν αρκεί ωστόσο από μόνη της για να δώσει κάποιο στίγμα πολιτικού οράματος.
Παράλληλα, αποφεύγει να αναφερθεί στο γεγονός ότι ο ίδιος το 2015 συνεργάστηκε με ένα ακροδεξιό μόρφωμα, τους ΑΝΕΛ, για να σχηματίσει κυβέρνηση.
Αν πράγματι προχωρήσει στην ίδρυση νέου κόμματος, θα κληθεί να «απολογηθεί», και πειστικά, για τα λάθη του πρώτου εξαμήνου του 2015, ένα θέμα που εξακολουθεί να κυριαρχεί στην κριτική των πολιτικών του αντιπάλων.
Επιπλέον, γεγονότα που στιγμάτισαν την κυβερνητική του θητεία, όπως το σκάνδαλο Novartis ή η τραγωδία στο Μάτι, συνεχίζουν να τον βαραίνουν.
Ποια ομάδα θα τον ακολουθήσει;
Άλλο ένα σημαντικό, αναπάντητο, ερώτημα είναι τα πρόσωπα που θα πλαισιώσουν τον Τσίπρα, εφόσον προχωρήσει. Μια ένωση του παλιού ΣΥΡΙΖΑ με τη Νέα Αριστερά θα φαινόταν μάλλον αδύναμη, και ίσως θα ακύρωνε το αφήγημα του rebranding.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο όμως είναι η αναγκαία, αλλά απίθανη συμμαχία με το ΠΑΣΟΚ, που παραμένει σε μεγάλο βαθμό εντός του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου. Η ένταση του παρελθόντος είναι ακόμη νωπή, ιδίως ο χαρακτηρισμός των στελεχών του ΠΑΣΟΚ με όρους όπως «Γερμανοτσολιάδες» και «Τσολάκογλου». Επομένως φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο το ΠΑΣΟΚ να δεχτεί να ακολουθήσει το εγχείρημα μίας ενωμένης κεντροαριστεράς με ηγέτη τον Τσίπρα.
Παρ’ όλα αυτά, ακούγεται ότι ο Τσίπρας διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με πολιτικά ινστιτούτα, όπως το ΕΝΑ.
Δαιμονοποείται άδικα ο Τσίπρας;
Η κριτική προς τον Τσίπρα είναι σε πολλές περιπτώσεις δικαιολογημένη, όμως η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται σχεδόν μονοδιάστατα στο καταστροφικό του ξεκίνημα στην πρωθυπουργία το 2015. Η κρίση όμως δεν προκλήθηκε αποκλειστικά από αυτόν, αλλά από τις πολιτικές δεκαετιών. Αυτός βέβαια άλλα υποσχέθηκε κι άλλα έκανε.
Παραδείγματα όπως το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ, βέβαια, δείχνουν ότι οι παθογένειες του κράτους εξακολουθούν να υφίστανται - ανεξάρτητα κυβέρνησης - ακόμα και μετά από χρόνια μνημονιακής πειθαρχίας.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί πως η διακυβέρνηση Τσίπρα, παρά τα προβλήματα, άφησε πίσω και σημαντικές επιτυχίες. Η Συμφωνία των Πρεσπών αποτέλεσε τη μεγαλύτερη διπλωματική επιτυχία της Ελλάδας μετά την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και επιπλέον, παρέδωσε στη Νέα Δημοκρατία ένα «μαξιλάρι» 37 δισ. ευρώ, κι όχι καμένη γη.
Ως εκ τούτου οι τάσεις δαιμονοποίησής του φαντάζουν ως έναν βαθμό υπερβολικές.
Πολλά τα εμπόδια, ασαφής η δυναμική
Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούν το γεγονός πως η προοπτική της επανόδου του Αλέξη Τσίπρα έχει μπροστά της σοβαρά εμπόδια και παγίδες, με τη συγκυρία να μην είναι ευνοϊκή.
Ο Τσίπρας δεν φαντάζει ως ανανεωτική δύναμη. Θεωρείται πλέον κομμάτι του συστήματος και θα κριθεί από την ικανότητά του να πείσει τους απογοητευμένους ψηφοφόρους που απέχουν από την εκλογική διαδικασία.
Κομβικής σημασίας θα είναι και το βιβλίο που ετοιμάζει, καθώς ενδέχεται να φωτίσει πλευρές της διακυβέρνησής του αλλά και να προσδιορίσει με σαφήνεια το πολιτικό του όραμα, αν επιλέξει να επιστρέψει. Σε περίπτωση πάντως που επιστρέψει με ένα πρόγραμμα όμοιο του ΠΑΣΟΚ και δεν καταφέρει να βγει από τη θέση «άμυνας» που θα επιχειρήσει να τον βάλει η ΝΔ και να θέσει τη δική του πολιτική ατζέντα, το εγχείρημά του θα είναι μάλλον καταδικασμένο να αποτύχει.



