Και είναι πολιτικό γιατί το Υπουργείο Περιβάλλοντος εμφανίζεται να μην βιάζεται να αντιμετωπίσει τα κρίσιμα προαπαιτούμενα του σχεδιασμού, αφήνοντας ανοιχτές δύο απολύτως καθοριστικές παραμέτρους και συγκεκριμένα το οδικό δίκτυο και τη λειψυδρία.
Το πρώτο ζήτημα είναι οι δρόμοι. Όχι ως δευτερεύουσα χαρτογραφική λεπτομέρεια, αλλά ως ο βασικός όρος που επηρεάζει την οικοδομησιμότητα στις εκτός σχεδίου περιοχές. Αν δεν έχει καταγραφεί με σαφήνεια το αναγνωρισμένο οδικό δίκτυο, τότε ολόκληρη η συζήτηση για ζώνες, χρήσεις γης και δυνατότητες δόμησης στηρίζεται σε ασταθές έδαφος.
Με απλά λόγια, το Υπουργείο Περιβάλλοντος επιχειρεί να βάλει κανόνες χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει πρώτα πού υπάρχει νόμιμη πρόσβαση και πού όχι.
Αυτό δεν είναι μια απλή τεχνική εκκρεμότητα. Είναι ένα κενό που αφήνει σήμερα ανοιχτό το πεδίο για δόμηση χωρίς σαφή όρια και επιτρέπει στο Υπουργείο να μεταθέσει τη “λύση” για αργότερα, στον χρόνο που το ίδιο θα επιλέξει.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία. Το Υπουργείο δεν δείχνει να λύνει το πρόβλημα. Δείχνει να αγοράζει χρόνο. Κρατά ανοιχτή μια εκκρεμότητα που επηρεάζει άμεσα την αξία της γης, τις δυνατότητες δόμησης και τελικά τις τοπικές ισορροπίες, χωρίς να δίνει καθαρή απάντηση τώρα.
Έτσι, το κρίσιμο αυτό θέμα παραμένει διαθέσιμο για μεταγενέστερους χειρισμούς, όταν το ίδιο κρίνει ότι οι πολιτικές συνθήκες είναι πιο πρόσφορες.
Το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι το νερό. Η Σίφνος δεν μπορεί να συζητά για ανάπτυξη σαν να πρόκειται για άσκηση επί χάρτου.
Η φέρουσα ικανότητα του νησιού είναι συγκεκριμένη και σκληρή. Συνδέεται με την υδροδότηση, την αποχέτευση, το οδικό δίκτυο, τις υποδομές και τη συνολική αντοχή του τόπου κατά τους θερινούς μήνες, όταν οι πιέσεις κορυφώνονται. Αν η λειψυδρία δεν βρίσκεται στον πυρήνα του σχεδιασμού, τότε όλος ο υπόλοιπος σχεδιασμός κινδυνεύει να είναι απλώς λογιστική άσκηση.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση της κυβερνητικής διαχείρισης.
Από τη μία, το Υπουργείο Περιβάλλοντος μιλά για πολεοδομικό σχεδιασμό μεγάλης κλίμακας και ιστορικής σημασίας.
Από την άλλη, δεν έχει εξασφαλίσει ούτε τον βασικό χάρτη των δρόμων ούτε μια καθαρή απάντηση στο ερώτημα πόση πρόσθετη πίεση μπορεί να αντέξει ένα νησί που ήδη δοκιμάζεται από την τουριστική επιβάρυνση και την περιορισμένη διαθεσιμότητα νερού.
Άρα η συζήτηση δεν αφορά μόνο την ποιότητα μιας μελέτης. Αφορά μια πολιτική επιλογή, να παραμένουν ανοιχτά τα πιο κρίσιμα ζητήματα, ώστε η λύση να δοθεί αργότερα, όχι τώρα.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι στο ενδιάμεσο δεν υπάρχει πραγματική ασπίδα. Μέχρι να εφαρμοστούν αυτά τα σχέδια, η δόμηση συνεχίζεται, οι πιέσεις αυξάνονται και οι τετελεσμένες καταστάσεις πολλαπλασιάζονται.
Έτσι, ο σχεδιασμός κινδυνεύει να μην έρθει για να προλάβει τη ζημιά, αλλά για να τη διαχειριστεί εκ των υστέρων.






