Οι δείκτες Stoxx 50 και Stoxx 600 σημείωσαν πτώση άνω του 1%, υποχωρώντας στα χαμηλότερα επίπεδά τους εδώ και περίπου τρεισήμισι μήνες. Οι επενδυτές αναπροσαρμόζουν τις τοποθετήσεις τους, λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν τα επιτόκια και, κατ’ επέκταση, το κόστος δανεισμού σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Στα βασικά χρηματιστήρια της Ευρώπης, ο FTSE του Λονδίνου κατέγραψε «βουτιά» 1,68%, σημειώνοντας τη χειρότερη ημερήσια επίδοση από τα μέσα Μαΐου. Ο CAC του Παρισιού υποχώρησε κατά 1,62%, ενώ ο DAX της Φρανκφούρτης έκλεισε με απώλειες 1,03%. Ακόμη ισχυρότερες ήταν οι πιέσεις στην Ιταλία και την Ισπανία, με τον FTSE MIB του Μιλάνου να καταγράφει πτώση 2,21% και τον IBEX της Μαδρίτης να υποχωρεί κατά 2,17%.
Στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων βρέθηκαν οι χρηματοοικονομικές μετοχές, με τον τραπεζικό κλάδο να καταγράφει απώλειες άνω του 3,5%.
Ισχυρές πιέσεις δέχθηκαν παράλληλα οι μετοχές των αυτοκινητοβιομηχανιών και των εταιρειών ανταλλακτικών, καθώς και ο κλάδος των βασικών πόρων, με τις απώλειες να διαμορφώνονται μεταξύ 1,5% και 2%. Πτωτικά κινήθηκαν επίσης οι κλάδοι των χημικών, των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών λιανικής, των ακινήτων, των κατασκευών και των δομικών υλικών, σημειώνοντας απώλειες άνω του 1%.
Αντίθετα, οι τεχνολογικές μετοχές αποτέλεσαν μία από τις λίγες φωτεινές εξαιρέσεις στη συνεδρίαση, ακολουθώντας τη θετική δυναμική που καταγράφει ο κλάδος στις διεθνείς αγορές. Η άνοδος συνδέθηκε με τις αισιόδοξες προβλέψεις που ανακοίνωσε η Micron Technology, ενισχύοντας το επενδυτικό ενδιαφέρον για τον τεχνολογικό κλάδο.
Μεταξύ των μεγαλύτερων εταιρειών του Stoxx 50, η Banco Santander βρέθηκε στο επίκεντρο των πιέσεων, καταγράφοντας απώλειες σχεδόν 4%. Η LVMH υποχώρησε περισσότερο από 2%, ενώ πτώση περίπου 2% σημείωσαν επίσης οι μετοχές της Linde και της L’Oréal.



