Σε συμφωνία που σηματοδοτεί περαιτέρω εμπλοκή της ομοσπονδιακής κυβέρνησης σε ιδιωτικές εταιρείες, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε την Παρασκευή (22/8) ότι θα αποκτήσει μερίδιο 10% στην Intel, αξίας περίπου 8,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μέρος του ποσού θα προέλθει από επιχορηγήσεις που σχετίζονται με τον νόμο CHIPS, ενώ το υπόλοιπο από ξεχωριστές κρατικές επιχορηγήσεις για προγράμματα κατασκευής ασφαλών τσιπ.
Ενώ τόνισε ότι η κυβέρνηση δεν θα εμπλακεί στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της εταιρείας, ο Χάσετ επισήμανε ότι η κίνηση αποτελεί μέρος ενός συνεχούς σχεδίου. «Λοιπόν, νομίζω ότι αυτή είναι μια πολύ, πολύ ειδική περίσταση λόγω του τεράστιου ποσού των δαπανών του νόμου CHIPS που επρόκειτο να εισπραχθεί», δήλωσε ο Χάσετ σε συνέντευξη στο CNBC. «Αλλά ο Πρόεδρος έχει καταστήσει σαφές από την προεκλογική του εκστρατεία ότι πιστεύει ότι, τελικά, θα ήταν υπέροχο αν οι ΗΠΑ μπορούσαν να αρχίσουν να δημιουργούν ένα κρατικό επενδυτικό ταμείο. Είμαι λοιπόν βέβαιος ότι σε κάποιο σημείο θα υπάρξουν περισσότερες συναλλαγές, αν όχι σε αυτόν τον κλάδο, τότε σε άλλους κλάδους».
Ο Τραμπ υπέγραψε στις αρχές Φεβρουαρίου διάταγμα για τη δημιουργία κρατικού επενδυτικού ταμείου, ενός μηχανισμού που χρησιμοποιείται κυρίως από μικρότερες χώρες με μεγάλους φυσικούς πόρους και χρησιμεύει ως χρηματοδοτική στήριξη για συναλλαγές. Η Νορβηγία κατέχει την πρώτη θέση παγκοσμίως, με περιουσιακά στοιχεία περίπου 1,8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με το Sovereign Wealth Fund Institute, ακολουθούμενη από την Κίνα, ενώ πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής διαθέτουν, επίσης, μεγάλα ταμεία.
Αν και η ανάληψη μεγάλων θέσεων σε εταιρείες από την αμερικανική κυβέρνηση είναι ασυνήθιστη, δεν αποτελεί πρωτόγνωρο γεγονός, όπως ανέφερε ο Χάσετ, αναφερόμενος στα μερίδια της κυβέρνησης στη Fannie Mae και τη Freddie Mac μετά την οικονομική κρίση. «Δεν ασχολούμαστε καθόλου με την επιλογή νικητών και ηττημένων», πρόσθεσε. «Αλλά αυτό δεν είναι κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί».
Ο Χάσετ σημείωσε, επίσης, ότι η κίνηση εντάσσεται σε ευρύτερη στρατηγική που περιλαμβάνει δασμούς για την ενθάρρυνση περισσότερων εταιρειών να μεταφέρουν την παραγωγή τους εντός των ΗΠΑ.






