Συγκεκριμένα, επεσήμανε ότι «η Ευρώπη πρέπει να αναπροσαρμόσει τα συμφέροντά της, απομακρυνόμενη από ψευδείς νοσταλγίες», ενώ, παράλληλα, τόνισε ότι οι ΗΠΑ παραμένουν σημαντικός εταίρος. Ωστόσο, όπως ανέφερε, η σχέση έχει χάσει τον αυτονόητο χαρακτήρα της και συνδέεται πλέον με συγκεκριμένα συμφέροντα και ζητήματα. Ευδιάκριτα υπογράμμισε ότι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η διατλαντική σχέση θα εξαρτάται από την ισχύ της Ευρώπης και όχι πλέον από μεγαλοστομίες.
Με σαφήνεια χαρακτήρισε τη διαμορφούμενη κατάσταση ως νέα και απαιτητική, καλώντας σε δράση: την εισαγωγή νέων εταιρικών σχέσεων σε παγκόσμιο επίπεδο που θα συμβάλλουν στην εδραίωση της θέσης της Ευρώπης. Δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι παράλληλα πρέπει να ενισχυθούν ακόμα πιο δυναμικά και υπάρχουσες συμμαχίες, απ’ ό,τι έχει γίνει ως τώρα.
Επιπλέον, ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνησή του θα επιδιώξει, σε συνεργασία με τους ευρωπαίους εταίρους, τη δημιουργία ενός συστήματος βασισμένου σε αρχές, το οποίο θα ευνοεί και θα στηρίζει το ελεύθερο εμπόριο — ακόμη και σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, εφόσον υπάρχουν αμοιβαία οφέλη.
Κυρίως, δε, αναφέρθηκε στη Ρωσία, επαναλαμβάνοντας την εκτίμησή του ότι τα ιμπεριαλιστικά σχέδια του Βλαντίμιρ Πούτιν δεν σταματούν στην κατάκτηση της Ουκρανίας· αντιθέτως, εκεί είναι που άρχισαν.
Απευθυνόμενος σε διπλωματικούς εκπροσώπους, ο Μερτς τόνισε ότι σήμερα η πολιτική ασφάλειας, η μεταναστευτική, εμπορική και εσωτερική πολιτική δεν μπορούν να θεωρούνται ως ξεχωριστές. Έκανε σαφές ότι ο διαχωρισμός αυτών των πολιτικών πεδίων δημιουργεί μια εσφαλμένη αίσθηση ασφάλειας, ακριβώς γιατί αποκρύπτει τις εξωτερικές απειλές όπως οι πόλεμοι ή οι παραβάσεις κανόνων. Αυτή η ψευδαίσθηση, όπως είπε, απλώς τροφοδοτεί μια επίπλαστη διάθεσης απομόνωσης.
Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, τόνισε ότι παρά το γεγονός πως η Γερμανία είναι γεωγραφικά και πολιτικά περιβαλλόμενη από φιλικά κράτη, δεν είναι νησί· αντιθέτως, οι ισχυροί δεσμοί με τους ευρωπαίους γείτονες δείχνουν πόσο βαθιά αλληλένδετες είναι οι εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές αποφάσεις.








