Ο ερευνητής του ifo, Niklas Potrafke, επικρίνει ιδίως το γεγονός ότι τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ που διατίθενται στα ομόσπονδα κράτη από το ειδικό ταμείο κινδυνεύουν να χρησιμοποιηθούν μόνο σε περιορισμένο βαθμό για πρόσθετα επενδυτικά έργα. «Υπάρχει κίνδυνος να επιβεβαιωθούν και για τα ομόσπονδα κράτη οι φόβοι μας από την άνοιξη: το νέο χρέος θα αποσπάσει τις επενδύσεις από τους βασικούς προϋπολογισμούς. Η κυβέρνηση προβλέπει ότι θα μπορεί να χρησιμοποιήσει το νέο χρέος για να χρηματοδοτήσει και επενδυτικά έργα που έχουν ήδη προγραμματιστεί. Αυτό θα απελευθέρωνε περισσότερα χρήματα στους βασικούς προϋπολογισμούς για άλλα έργα, όπως κοινωνικά έργα. Θα ήταν de facto μια χρηματοδοτούμενη από το χρέος επέκταση του κράτους πρόνοιας. Αυτό πρέπει να αποτραπεί».
Από το ειδικό ταμείο για υποδομές, ύψους 500 δισεκατομμυρίων ευρώ, θα διατεθούν 100 δισεκατομμύρια ευρώ στα ομόσπονδα κράτη της Γερμανίας. Η κατανομή και χρήση των πόρων ρυθμίζεται από το νόμο για τη χρηματοδότηση επενδύσεων σε υποδομές από τα ομόσπονδα κράτη και τους δήμους (LuKIFG). Στο σχέδιο νόμου του Ιουνίου είχε προβλεφθεί η αρχή της προσθετικότητας, γεγονός που απέκλειε τη διοχέτευση των κονδυλίων σε έργα που είχαν ήδη προγραμματιστεί.
Η προσθετικότητα έχει πλέον αφαιρεθεί από το σχέδιο της κυβέρνησης. «Αυτό πρέπει να διορθωθεί επειγόντως. Η προσθετικότητα των επενδύσεων είναι απαραίτητη. Επιπλέον, το νέο χρέος δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση οποιουδήποτε παλαιού έργου», λέει ο Potrafke. Μόνο τότε θα δοθεί προτεραιότητα σε έργα που προωθούν την οικονομική ανάπτυξη. «Ωστόσο, εάν χρηματοδοτηθούν θέατρα ή γήπεδα αντί για νέους δρόμους, το επιθυμητό αποτέλεσμα δεν θα επιτευχθεί», λέει ο Potrafke. Πρέπει, επίσης, να είναι δυνατή η ορθή αξιολόγηση των έργων των ομοσπονδιακών κρατιδίων και η απόσυρσή τους, εάν είναι απαραίτητο.
Στο τρέχον κυβερνητικό σχέδιο για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, ένα καθαρό ποσό 11,4 δισεκατομμυρίων ευρώ για το Υπουργείο Μεταφορών είχε ήδη περικοπεί και τώρα πρόκειται να χρηματοδοτηθεί μέσω του ειδικού ταμείου. Ταυτόχρονα, οι δαπάνες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων αυξήθηκαν κατά 11 δισεκατομμύρια ευρώ καθαρά.





