Ο επικεφαλής της Fed δεν έδωσε σημάδια για το πότε θα μπορούσε να υπάρξει νέα μείωση επιτοκίων, τονίζοντας ότι υφίσταται διπλός κίνδυνος: τόσο από μια υπερβολικά πρόωρη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανεμφάνιση του πληθωρισμού, όσο και από μια πολύ αργή μείωση, που ενδέχεται να προκαλέσει άνοδο της ανεργίας χωρίς λόγο.
Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, «οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό τείνουν προς τα πάνω και οι κίνδυνοι για την απασχόληση προς τα κάτω – μια δύσκολη κατάσταση». Με αυτή τη δήλωση, επανέλαβε τη ρητορική της περασμένης εβδομάδας, οπότε η Fed προχώρησε σε μείωση του βασικού επιτοκίου κατά 25 μονάδες βάσης.
Το τρέχον εύρος επιτοκίων (4% – 4,25%) εξακολουθεί να θεωρείται επαρκώς περιοριστικό για την ανάσχεση των πληθωριστικών πιέσεων, ωστόσο ο Πάουελ υπογράμμισε ότι «μας αφήνει σε καλή θέση για να ανταποκριθούμε σε πιθανές οικονομικές εξελίξεις. Η πολιτική μας δεν ακολουθεί προκαθορισμένη πορεία».
Αν και η συγκεκριμένη φράση έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από αξιωματούχους της Fed, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σήμερα, σε μια περίοδο έντονων πολιτικών πιέσεων και διαφωνιών γύρω από τη νομισματική στρατηγική. Νωρίτερα την ίδια εβδομάδα, αρκετοί πρόεδροι περιφερειακών τραπεζών της Fed έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου για πρόωρες μειώσεις, τονίζοντας ότι ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί την κυρίαρχη απειλή. Αντίθετα, δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου υποστήριξαν ότι η νομισματική πολιτική είναι υπερβολικά αυστηρή και απαιτείται περαιτέρω χαλάρωση για την προστασία της αγοράς εργασίας.
Οι προβλέψεις της Fed κάνουν λόγο για επιπλέον μειώσεις κατά 0,25% στις συνεδριάσεις του Οκτωβρίου και του Δεκεμβρίου, ενώ και οι αγορές προεξοφλούν με μεγάλη πιθανότητα ότι αυτές θα πραγματοποιηθούν.
Ο Πάουελ όμως προειδοποίησε: «Αν χαλαρώσουμε την πολιτική μας υπερβολικά, θα μπορούσαμε να αφήσουμε το έργο της καταπολέμησης του πληθωρισμού ημιτελές και να χρειαστεί να αντιστρέψουμε την πορεία αργότερα για να αποκαταστήσουμε πλήρως τον πληθωρισμό στο 2%. Αν διατηρήσουμε την περιοριστική πολιτική για πολύ καιρό, η αγορά εργασίας θα μπορούσε να αποδυναμωθεί χωρίς λόγο».
Αναγνώρισε, επίσης, ότι υπάρχει λόγος προβληματισμού για την απασχόληση, λέγοντας πως η πρόσφατη αύξηση στις θέσεις εργασίας κυμαίνεται κατά μέσο όρο στις 25.000 τους τελευταίους τρεις μήνες – αριθμός χαμηλότερος από τον ρυθμό που απαιτείται για να διατηρηθεί σταθερό το ποσοστό ανεργίας. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι οι υπόλοιποι δείκτες της απασχόλησης παραμένουν «γενικά σταθεροί».
Όσον αφορά τον πληθωρισμό, δήλωσε ότι παραμένει «κάπως αυξημένος», με τους τελωνειακούς δασμούς να οδηγούν σε αυξήσεις των τιμών στα αγαθά. Επισήμανε ότι «η επίδραση αυτή πιθανότατα θα εξασθενήσει, αλλά θα χρειαστεί χρόνος, και εναπόκειται στην Fed να διασφαλίσει ότι αυτή η εφάπαξ αύξηση των τιμών δεν θα εξελιχθεί σε διαρκές πρόβλημα πληθωρισμού».
Η ομιλία του Πάουελ συνέβη τη στιγμή που η Fed συνεχίζει να βρίσκεται στο στόχαστρο της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία πιέζει για επιθετικότερες μειώσεις επιτοκίων. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επιδιώξει να απομακρύνει τη διοικήτρια Λίζα Κουκ – υπόθεση που εκκρεμεί στο Ανώτατο Δικαστήριο – και αμφισβητεί τις αποφάσεις της Fed κατά τη διάρκεια της πανδημίας και της κρίσης του 2008.
Ο επικεφαλής της Fed, παρ’ όλα αυτά, υπερασπίστηκε τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί, λέγοντας: «Αυτές οι προσπάθειες, υπό εξαιρετικές συνθήκες, πιθανότατα βοήθησαν την οικονομία να αποφύγει πολύ χειρότερα αποτελέσματα».
«Αυτές οι δύο διαδοχικές ιστορικές κρίσεις έχουν αφήσει πίσω τους σημάδια που θα μας συνοδεύουν για πολύ καιρό. Στις δημοκρατίες σε όλο τον κόσμο, η εμπιστοσύνη των πολιτών στους οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς έχει αμφισβητηθεί», σημείωσε στη συνέχεια, ενώ προσέθεσε:
Εμείς που ασκούμε δημόσια υπηρεσία αυτή τη στιγμή πρέπει να επικεντρωθούμε αυστηρά στην εκτέλεση των κρίσιμων αποστολών μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, εν μέσω θυελλωδών θαλασσών και ισχυρών πλευρικών ανέμων».
Σημειώνεται ότι η θητεία του Πάουελ ολοκληρώνεται τον Μάιο, ενώ ο Τραμπ φέρεται να εξετάζει ήδη ποιον θα τοποθετήσει στη θέση του.
«Παρά αυτές τις δύο μοναδικές, εξαιρετικά μεγάλες κρίσεις, η οικονομία των ΗΠΑ έχει αποδώσει εξίσου καλά ή και καλύτερα από άλλες μεγάλες, προηγμένες οικονομίες σε όλο τον κόσμο», δήλωσε κλείνοντας.



