Πιο αναλυτικά, οι επενδυτές ομολόγων αποδίδουν όλο και μεγαλύτερο ρίσκο στα υπερχρεωμένα κράτη και στρέφονται στις εταιρείες που εμφανίζουν υγιέστερους ισολογισμούς και δημοσιονομική πειθαρχία. Οι αναλυτές της Bank of America, μάλιστα, παρατηρούν ότι η αντίληψη πως οι εταιρείες είναι «ασφαλέστερες» από τα κράτη έχει πλέον παγιωθεί.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτό παίζει το γεγονός ότι – από την εποχή της πανδημίας και μετά – πολλές εταιρίες έχουν περιορίσει τα κόστη και το χρέος τους, για να αντιμετωπίσουν την άνοδο των επιτοκίων· αντιθέτως, οι ανεπτυγμένες χώρες συνεχίζουν να αυξάνουν τις δαπάνες τους, με τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ να προβλέπεται πως θα αυξηθεί κι άλλο στις G7 έως το τέλος της δεκαετίας.
Για δεκαετίες, τα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ, της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελούσαν τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε χαρτοφυλακίου. Όμως, η δυναμική του χρέους έχει αλλάξει. Από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση έως το 2020, η καθαρή έκδοση νέου χρέους αυξανόταν με παρόμοιους ρυθμούς για κυβερνήσεις και εταιρείες· έκτοτε όμως, η κρατική έκδοση ομολόγων έχει εκτιναχθεί, καθώς οι κυβερνήσεις χρηματοδοτούν δαπανηρά μέτρα στήριξης μετά τα lockdown.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι επενδυτές απαιτούν – όπως αναφέρει το Bloomberg – χαμηλότερες αποδόσεις για εταιρικά ομόλογα κολοσσών – όπως η Microsoft, η Airbus, η L’Oréal και η Siemens – σε σχέση με τα κρατικά ομόλογα των χωρών όπου εδρεύουν.
Δημοσιονομικό έλλειμμα και θεσμοί: Οι δύο «πληγές» των ισχυρών κρατών
Αν και το φαινόμενο δεν είναι πρωτοφανές, ο συνδυασμός ισχυρής ζήτησης για εταιρικό χρέος και χαλαρής δημοσιονομικής πολιτικής έχει οδηγήσει ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις ανεπτυγμένων οικονομιών να θεωρούνται «ασφαλέστερες» από τα ίδια τα κράτη στα οποία εδρεύουν.
Το γεγονός αυτό συνδέεται, όπως τονίζει το Bloomberg, με τη «διάβρωση» της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Κορυφαίο παράδειγμα η Γαλλία, όπου εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας και των κοινωνικών εντάσεων οι διαδοχικοί πρωθυπουργοί έχουν αποτύχει να περάσουν μέτρα περιορισμού του ελλείμματος. Στις ΗΠΑ, από την άλλη, το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να παραμείνει άνω του 6% μέχρι την ολοκλήρωση της δεύτερης θητείας του Τραμπ.
Η μειωμένη εμπιστοσύνη στο κράτος δικαίου είναι, επίσης, ένας «καλός» λόγος ώστε οι επενδυτές να χάσουν και τη δική τους εμπιστοσύνη σε – κατά τα άλλα, παραδοσιακά – ισχυρές χώρες. Η μειωμένη εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς κρατά τους επενδυτές σε επιφυλακή, δηλώνει η η Πιλάρ Γκόμεζ-Μπράβο, συν-επικεφαλής επενδύσεων σταθερού εισοδήματος στη MFS International, η οποία διαχειρίζεται περίπου 660 δισ. δολάρια. «Διαπιστώνουμε μια δομική αλλαγή καθεστώτος: οι επενδυτές προτιμούν πλέον εταιρικούς ισολογισμούς που βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από εκείνους πολλών κρατών», αναφέρει.
«Καθρέφτης» οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας
Η αλλαγή αυτή αντανακλάται και στις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας: οι ΗΠΑ και η Γαλλία υπέστησαν πρόσφατα υποβαθμίσεις, ενώ οι εταιρείες στη Βόρεια Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη σημειώνουν τις ταχύτερες αναβαθμίσεις της τελευταίας δεκαετίας.
Το Ινστιτούτο Διεθνών Χρηματοοικονομικών (IIF) προειδοποίησε ότι η έκρηξη του δημόσιου χρέους καθιστά «όλο και δυσκολότερο για τους πολιτικούς να λάβουν τις αναγκαίες σκληρές αποφάσεις». Η CBO εκτιμά ότι οι νέες φορολογικές περικοπές του Τραμπ θα προσθέσουν 3,4 τρισ. δολάρια στα ελλείμματα μέσα στην επόμενη δεκαετία. Στη Γαλλία, η πολιτική παράλυση γύρω από τις δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις απειλεί να κρατήσει το έλλειμμα πάνω από 5% και το 2026, ενώ η Γερμανία παρακάμπτει τους δικούς της δημοσιονομικούς κανόνες για να ενισχύσει τις δαπάνες άμυνας και υποδομών.
«Οι κυβερνήσεις σκέφτονται τις εκλογές, όχι τη δημοσιονομική πειθαρχία», εξηγεί ο Χανς Μίκελσεν, στρατηγικός αναλυτής πιστώσεων της TD Securities στη Νέα Υόρκη. «Οι εταιρείες, αντίθετα, στοχεύουν στα κέρδη».
Ένα βασικό μέτρο φερεγγυότητας των επιχειρήσεων – το καθαρό χρέος προς EBITDA – βρίσκεται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα μετά την κρίση, παρά τα υψηλότερα επιτόκια. Για περίπου 2.500 εταιρείες του MSCI ACWI Index, ο δείκτης αυτός μειώθηκε στο 1,74 το πρώτο εξάμηνο του έτους από 2,53 πριν από δέκα χρόνια. Αντίθετα, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ στις μεγάλες οικονομίες αυξάνεται σταθερά, με το ΔΝΤ να προβλέπει ότι θα φθάσει το 137% έως το 2030.
Η Microsoft, με σχεδόν 4 τρισ. δολάρια κεφαλαιοποίηση και αξιολόγηση AAA, έχει καθαρό χρέος μόλις στο 10% των ετήσιων κερδών της. Στη Γαλλία, η Orange ανταμείβεται από τις αγορές με αποδόσεις χαμηλότερες από αυτές του γαλλικού Δημοσίου.
Η πρόσθετη απόδοση (spread) που απαιτούν οι επενδυτές για να κατέχουν εταιρικά ομόλογα επενδυτικής βαθμίδας έναντι των κρατικών μειώθηκε τον Σεπτέμβριο στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2007, σύμφωνα με δείκτη του Bloomberg. Η ζήτηση για εταιρικό χρέος υπερβαίνει την προσφορά: η Meta προσέλκυσε 125 δισ. δολάρια προσφορών για έκδοση 30 δισ., ενώ η Alphabet συγκέντρωσε 90 δισ. για πώληση 25 δισ. – ρεκόρ για τις αγορές.
Παρά τους κινδύνους, η ισχυρή τάση των επενδυτών για εταιρικά ομόλογα δείχνει ότι η εμπιστοσύνη μετατοπίζεται από τα κράτη στις εταιρείες. Ωστόσο, η ρευστότητα παραμένει χαμηλότερη από την αγορά κρατικών τίτλων και τα spreads διευρύνονται σε μεγαλύτερες διάρκειες, υποδηλώνοντας ότι η αντίληψη «ασφάλειας» των εταιρειών μειώνεται όσο αυξάνεται ο χρονικός ορίζοντας.
Αν και οι κυβερνήσεις διαθέτουν το μοναδικό προνόμιο φορολόγησης και τη δυνατότητα έκδοσης νομίσματος, η ανοχή των αγορών απέναντι στη δημοσιονομική χαλαρότητα εξαντλείται. Όπως σημειώνει ο Ματιέ Σαβαρί της BCA Research, «η πεποίθηση ότι οι μεγάλες χώρες μπορούν να ξοδεύουν χωρίς συνέπειες έχει δημιουργήσει ψευδή αίσθηση ασφάλειας τόσο στους πολιτικούς όσο και στους ψηφοφόρους».


