Σε μια αιχμηρή ομιλία, η πρόεδρος της ΕΚΤ τόνισε ότι το «παλιό μοντέλο ανάπτυξης» της ηπείρου έχει καταστεί αναχρονιστικό και ότι η ισχυρή εξάρτηση από τις εξαγωγές μετατράπηκε πλέον σε «πηγή ευαλωτότητας».
Μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Τραπεζών στη Φρανκφούρτη, αναφέρθηκε σε μια προηγούμενη διετή πρόβλεψη της ΕΚΤ που εκτιμούσε αύξηση των εξαγωγών της ευρωζώνης κατά περίπου 8% έως τα μέσα του 2025. «Στην πραγματικότητα, δεν έχουν αυξηθεί καθόλου», παρατήρησε.
Χωρίς να κατονομάσει τη Γερμανία, σημείωσε ότι οι «χώρες με μεγάλους μεταποιητικούς κλάδους» αντιμετωπίζουν μακρά υποχώρηση στην παραγωγή. Στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, η βιομηχανική παραγωγή επέστρεψε στα επίπεδα του 2005, ενώ ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας βρίσκεται σε κρίση.
Η Λαγκάρντ κάλεσε τους ευρωπαίους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να ενισχύσουν την εγχώρια οικονομία, η οποία –όπως είπε– διαθέτει ήδη «λανθάνουσα δυναμική». «Η εμπειρία φέτος μας έδειξε ότι μια ανθεκτική εσωτερική οικονομία μπορεί να προστατεύσει την Ευρώπη από τις παγκόσμιες αναταράξεις», ανέφερε.
Η ανάπτυξη στην ευρωζώνη ήταν φέτος ελαφρώς καλύτερη από τις προβλέψεις, με το ΑΕΠ του τρίτου τριμήνου να αυξάνεται με διπλάσιο ρυθμό από τον αναμενόμενο, κυρίως χάρη στην ταχύτερη επέκταση της γαλλικής οικονομίας από το 2023.
Μετά από οκτώ μειώσεις επιτοκίων από τα μέσα του 2024, που έφεραν το κόστος δανεισμού στο 2%, η ΕΚΤ διατήρησε σταθερή τη νομισματική πολιτική από τον Ιούνιο.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ ζήτησε την αξιοποίηση των εσωτερικών δυνατοτήτων της ΕΕ μέσω άρσης των φραγμών στην ενιαία αγορά, επικαλούμενη επικείμενη ανάλυση της Τράπεζας σύμφωνα με την οποία τα υφιστάμενα εμπόδια αντιστοιχούν σε δασμό 100% στις υπηρεσίες και 65% στα αγαθά.
Κατηγόρησε επίσης τους ευρωπαίους πολιτικούς ότι έχασαν χρόνο τα τελευταία έξι χρόνια, κατά τα οποία «η εσωτερική αγορά παρέμεινε στάσιμη», προειδοποιώντας για σταδιακή αλλά σταθερή φθορά. «Άλλα έξι χρόνια αδράνειας —και χαμένης ανάπτυξης— δεν θα ήταν απλώς απογοητευτικά. Θα ήταν ανεύθυνα», υπογράμμισε.
Οι αδυναμίες της Ευρώπης, όπως είπε, δεν προκαλούν «ξαφνικές κρίσεις», αλλά διαβρώνουν αθόρυβα την ανάπτυξη, με κάθε νέο σοκ να οδηγεί την οικονομία σε ελαφρώς χαμηλότερη τροχιά. Με τον χρόνο αυτό συσσωρεύεται σε «ουσιαστική» επιβάρυνση για την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα.