«Η επικείμενη αύξηση του κατώτατου μισθού στο τέλος του έτους αποτελεί σημαντική άνοδο του μισθολογικού κόστους για τις επιχειρήσεις που πλήττονται», δηλώνει ο ερευνητής του ifo, Σεμπάστιαν Λινκ. «Οι αντιδράσεις των επιχειρήσεων δείχνουν ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική στη σημερινή φάση οικονομικής αδυναμίας. Αν και ο βαθμός επίδρασης είναι παρόμοιος με την τελευταία μεγάλη αύξηση του 2022, περισσότερες επιχειρήσεις σχεδιάζουν τώρα περικοπές θέσεων εργασίας και επενδύσεων». Η αύξηση από τα 12,82 στα 13,90 ευρώ την ώρα αντιστοιχεί σε άνοδο 8,4%. Ο κατώτατος μισθός θα αυξηθεί έτσι πολύ περισσότερο από τους γενικούς κλαδικούς μισθούς, οι οποίοι αναμένεται να αυξηθούν μόλις κατά 3% το 2026.
Πάνω από το ένα τρίτο των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα (37%) δήλωσαν ότι επηρεάζονται άμεσα – με τον κλάδο της φιλοξενίας (77%) και το λιανεμπόριο (71%) να βρίσκονται στην κορυφή. Στη μεταποίηση, κυρίως η κλωστοϋφαντουργία και η ένδυση (62%), καθώς και η βιομηχανία τροφίμων και ποτών (59%), πλήττονται περισσότερο από την αύξηση. Οι συνέπειες για τον κλάδο των κατασκευών είναι οι χαμηλότερες, καθώς εκεί ισχύει ήδη υψηλότερος κατώτατος μισθός.
Η μελέτη βασίζεται σε στοιχεία της έρευνας ifo Business Survey του Οκτωβρίου 2025, με τη συμμετοχή άνω των 4.600 επιχειρήσεων στη Γερμανία. Συγκρίνει επίσης τα τρέχοντα αποτελέσματα με τις αντιδράσεις των επιχειρήσεων στην αύξηση του κατώτατου μισθού το 2022, όταν οι επιχειρήσεις ανέμεναν σαφώς μικρότερο αντίκτυπο στην κερδοφορία και τη ζήτηση και ήταν λιγότερο πιθανό να σχεδιάσουν περικοπές θέσεων εργασίας και επενδύσεων.





