Αυτή η ανθεκτικότητα οφείλεται εν μέρει στο ότι άλλες χώρες επέλεξαν να μην απαντήσουν με αντίποινα στους αμερικανικούς δασμούς και συνέχισαν να εμπορεύονται μεταξύ τους υπό τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Άλλοι αντισταθμιστικοί παράγοντες περιλαμβάνουν την επενδυτική έκρηξη στην τεχνητή νοημοσύνη στις ΗΠΑ, τη χαλάρωση του «φρένου χρέους» στη Γερμανία και την αποδυνάμωση του δολαρίου.
Κεντρικό ερώτημα για το 2026 είναι αν αυτοί οι παράγοντες θα συνεχίσουν να αντισταθμίζουν τις αρνητικές συνέπειες των πολιτικών Τραμπ.
Ένα πιθανό σενάριο περιλαμβάνει απότομη διόρθωση ή ακόμη και κραχ στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ενισχυμένο από συρρίκνωση της ιδιωτικής πιστωτικής αγοράς.
Ένα δεύτερο ερώτημα αφορά τη συνεχιζόμενη σχετική αδυναμία της κινεζικής ανάπτυξης. Ο συνδυασμός χαμηλής εγχώριας ζήτησης, πτώσης τιμών ακινήτων, υπερβολικού ανταγωνισμού και αυξανόμενου προστατευτισμού απέναντι σε επιδοτούμενες κινεζικές εξαγωγές ίσως αναγκάσει τελικά τις αρχές να λάβουν δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα για την τόνωση της κατανάλωσης.
Θετική προοπτική αποτελεί το ενδεχόμενο να περιοριστεί ο Τραμπ στη χρήση δασμών από αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου και από πιθανή μετατόπιση του ελέγχου του Κογκρέσου στους Δημοκρατικούς στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Επιπλέον, αυξάνεται η αποφασιστικότητα χωρών – εκτός ΗΠΑ και Κίνας – να συνεργαστούν για τη στήριξη ενός ανοικτού συστήματος εμπορίου και επενδύσεων, με αφετηρία την προετοιμασία της υπουργικής συνόδου του ΠΟΕ τον Μάρτιο του 2026.






