Παρά την ήπια ανάκαμψη, οι εξαγωγές συνέχισαν να πιέζονται, επηρεασμένες από υψηλότερους δασμούς των ΗΠΑ, την ισχυρή ισοτιμία του ευρώ και τον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό, ιδίως από την Κίνα. Οι επενδύσεις παρέμειναν ασθενείς, με τη σταθερή κεφαλαιουχική δαπάνη σε μηχανήματα, εξοπλισμό και κατασκευές να μειώνεται σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Κατά κλάδο, η βιομηχανική παραγωγή συρρικνώθηκε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, με τον κλάδο αυτοκινήτων και την παραγωγή μηχανημάτων και εξοπλισμού να σημειώνουν σημαντικές απώλειες. Οι κατασκευές βρέθηκαν και πάλι αντιμέτωπες με υψηλά κόστη, γεγονός που συνέβαλε στην αύξηση των πτωχεύσεων επιχειρήσεων στον τομέα.
Ο τομέας των υπηρεσιών παρουσίασε μικτά αποτελέσματα: οι επιχειρηματικές υπηρεσίες κατέγραψαν πτώση, ενώ το εμπόριο, οι μεταφορές, η φιλοξενία και οι υπηρεσίες τροφίμων προσέφεραν κάποια στήριξη στην οικονομία, περιορίζοντας εν μέρει τις αρνητικές επιπτώσεις από τη βιομηχανική συρρίκνωση.
Η γερμανική οικονομία φαίνεται να εισέρχεται σε μια φάση σταθεροποίησης, ωστόσο οι προκλήσεις στους εξαγωγικούς τομείς και τη βιομηχανία καταδεικνύουν ότι η ανάκαμψη παραμένει εύθραυστη και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς αγορές και τις επενδυτικές πολιτικές.



