Αρχικά, ο Τραμπ ανακοίνωσε νέο οριζόντιο δασμό 10%, αξιοποιώντας διαφορετικό νομικό πλαίσιο, προτού αυξήσει το ποσοστό στο 15% — το ανώτατο όριο που μπορεί να ισχύσει για 150 ημέρες χωρίς έγκριση από το Κογκρέσο. Οι νέοι δασμοί, όπως ανέφερε σε ανάρτησή του στο Truth Social, τίθενται «σε ισχύ άμεσα».
Η αντίδραση στην Ευρώπη ήταν έντονη. Αξιωματούχοι σε Βρυξέλλες και Λονδίνο εξέφρασαν ανησυχία, επισημαίνοντας ότι η νέα πολιτική μπορεί να ανατρέψει τις εμπορικές συμφωνίες που υπεγράφησαν πέρυσι με τις ΗΠΑ. Βάσει αυτών, οι περισσότερες εξαγωγές της ΕΕ προς τις Ηνωμένες Πολιτείες επιβαρύνονταν με δασμό 15%, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο είχε εξασφαλίσει χαμηλότερο συντελεστή 10%.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μπερντ Λάνγκε, χαρακτήρισε την κατάσταση «καθαρό δασμολογικό χάος». Όπως ανέφερε, «κανείς δεν μπορεί πλέον να κατανοήσει τι ισχύει — μόνο ανοιχτά ερωτήματα και αυξανόμενη αβεβαιότητα για την ΕΕ και τους υπόλοιπους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ». Η επιτροπή πρόκειται να συνεδριάσει εκτάκτως, με τον Λάνγκε να προτείνει την αναστολή εφαρμογής της διατλαντικής συμφωνίας έως ότου υπάρξει πλήρης νομική αποσαφήνιση και σαφείς δεσμεύσεις από την Ουάσιγκτον.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τόνισε ότι «μια συμφωνία είναι συμφωνία» και αναμένει από τις ΗΠΑ να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, όπως πράττει και η ΕΕ. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς προανήγγειλε «ξεκάθαρη ευρωπαϊκή θέση», ενόψει επίσκεψής του στον Λευκό Οίκο τον Μάρτιο.
Στη Γαλλία, ο υπουργός Εμπορίου Νικολά Φορισιέ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ευρωπαϊκών αντιμέτρων, καλώντας τα κράτη-μέλη να υιοθετήσουν ενιαία στάση. Το Ηνωμένο Βασίλειο, από την πλευρά του, ζήτησε διευκρινίσεις για το κατά πόσο θα διατηρηθεί το προνομιακό καθεστώς του 10%, που του παρείχε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των ευρωπαϊκών χωρών.
Ο Αμερικανός εμπορικός εκπρόσωπος Τζέιμισον Γκριρ επιχείρησε να κατευνάσει τις αντιδράσεις, δηλώνοντας ότι η βασική εμπορική πολιτική δεν αλλάζει και ότι οι συμφωνίες «παραμένουν σε ισχύ». Παρ’ όλα αυτά, αναλυτές επισημαίνουν πως χώρες με χαμηλότερους δασμούς ενδέχεται να πληγούν περισσότερο. Σύμφωνα με στοιχεία του οργανισμού Global Trade Alert, το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζει αύξηση 2,1 ποσοστιαίων μονάδων στον μέσο σταθμισμένο δασμό, έναντι 0,8 μονάδων για την ΕΕ.
Η ιδρύτρια της Fordham Global Foresight, Τίνα Φόρνταμ, σημείωσε ότι οι στενότεροι σύμμαχοι των ΗΠΑ φαίνεται να πλήττονται δυσανάλογα, κάνοντας λόγο για νέα φάση «εμπορικού χάους».
Οι ευρωπαϊκές αγορές άνοιξαν με απώλειες, αντανακλώντας τη νευρικότητα των επενδυτών, ενώ η πρόεδρος της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Κριστίν Λαγκάρντ, προειδοποίησε ότι η διατλαντική επιχειρηματική σχέση μπορεί να υποστεί σοβαρούς κραδασμούς. «Είναι σαν την οδήγηση», ανέφερε χαρακτηριστικά. «Πρέπει να γνωρίζεις τους κανόνες του δρόμου πριν μπεις στο αυτοκίνητο. Το ίδιο ισχύει και για το εμπόριο»։





