Πιο αναλυτικά, ο πρώτος όρος -σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες- αφορά το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Οι υπόλοιποι πέντε περιλαμβάνουν την αναστολή του ιρανικού πυραυλικού προγράμματος για πέντε χρόνια, τον πλήρη τερματισμό του εμπλουτισμού ουρανίου, καθώς και τον παροπλισμό των πυρηνικών εγκαταστάσεων σε Νατάνζ, Ισφαχάν και Φορντό.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις είχαν αποτελέσει στόχο αμερικανικών επιθέσεων κατά τη διάρκεια της σύντομης σύγκρουσης των δώδεκα ημερών το περασμένο καλοκαίρι.
Η προτεινόμενη συμφωνία προβλέπει επίσης αυστηρούς μηχανισμούς επιτήρησης, ώστε να διασφαλιστεί ότι το Ιράν δε θα προχωρήσει στην ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Επιπλέον, περιλαμβάνει την πλήρη διακοπή κάθε οικονομικής ή άλλης υποστήριξης προς οργανώσεις που ανήκουν στον λεγόμενο «Άξονα της Αντίστασης», όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, οι Χούθι στην Υεμένη και η Χαμάς στη Γάζα.
Ωστόσο, η αποδοχή αυτών των όρων από την ιρανική πλευρά θεωρείται εξαιρετικά αμφίβολη. Το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί διαπραγματευτές είναι η έλλειψη αξιόπιστου συνομιλητή. Εκτιμούν ότι ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης του Ιράν, Μοζντάμπα Χαμενεΐ, παραμένει απομονωμένος και ουσιαστικά ελεγχόμενος από τους Φρουρούς της Επανάστασης, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί θεωρείται ότι περιορίζεται σε ρόλο μεταφοράς μηνυμάτων, χωρίς πραγματική επιρροή στις αποφάσεις.
Μέσα σε αυτό το αυστηρά ελεγχόμενο σύστημα εξουσίας, οι Αμερικανοί δεν διακρίνουν κάποιο πρόσωπο με μετριοπαθές προφίλ που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αξιόπιστος συνομιλητής -για τους ίδιους- και να επηρεάσει ουσιαστικά τη στάση της Τεχεράνης.
Παρά τα εμπόδια, η ομάδα Τραμπ εκτιμά ότι η πίεση που ασκεί η συνεχιζόμενη σύγκρουση ενδέχεται να οδηγήσει τελικά το ιρανικό καθεστώς -εφόσον παραμείνει στην εξουσία- στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, πιθανότατα με μεγαλύτερη διάθεση για συμβιβασμό.






