Στις 28 Φεβρουαρίου, στις δυόμισι το πρωί, το γραφείο Τύπου του Λευκού Οίκου δημοσίευσε ένα προ-ηχογραφημένο βίντεο με τον Ντόναλντ Τραμπ στο Μαρ-α-Λάγκ. Φορώντας ένα φαρδύ καπέλο USA και χωρίς γραβάτα, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι είχε διατάξει αμερικανικά βομβαρδιστικά να αρχίσουν να καταστρέφουν στόχους σε όλη την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν.
Ο Τραμπ προέβαλε τον ισχυρισμό της προληπτικής ενέργειας. Ενεργούσε, είπε, για να «προστατεύσει τον αμερικανικό λαό εξαλείφοντας επικείμενες απειλές από το ιρανικό καθεστώς».
Αυτό ήταν συγκεχυμένο. Δεν είχε δηλώσει ο Τραμπ τον περασμένο Ιούνιο ότι είχε «αφανίσει» το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν; Δεν είχε μόλις πει ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, -μεσολαβητής μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν- στις διαπραγματεύσεις στη Γενεύη ότι «μια ειρηνευτική συμφωνία είναι εφικτή;», διερωτάται χαρακτηριστικά ο David Remnick του New Yorker.
Ο Τραμπ συνέχισε, συμβουλεύοντας τον ιρανικό λαό να βρει κάπως καταφύγιο - «Έξω είναι πολύ επικίνδυνα, βόμβες θα πέφτουν παντού» - αλλά στη συνέχεια, σε κάποια απροσδιόριστη στιγμή, θα έπρεπε να «ανατρέψει» την κυβέρνηση της χώρας. «Να δούμε πώς θα αντιδράσετε». Και στους Αμερικανούς ακροατές του, παραδέχτηκε: «Μπορεί να έχουμε απώλειες. Αυτό συμβαίνει συχνά στον πόλεμο».
Για έναν ναρκισσιστή που έχει εμμονή με την προβολή δύναμης και μεγαλείου, ο Τραμπ έδωσε μια παράξενη, σχεδόν άνευ βαρύτητας εμφάνιση. Και αντί να επιστρέψει εσπευσμένα στον Λευκό Οίκο, παρέμεινε στο ιδιωτικό του κλαμπ. Είχε ένα δείπνο συγκέντρωσης χρημάτων να παραστεί.
Έμεινε στον διευθυντή επικοινωνίας, Στίβεν Τσενγκ, να δώσει σαφείς οδηγίες για το πώς πρέπει να αντιδράσει κανείς στην προοπτική ενός ακόμη αμερικανικού πολέμου στη Μέση Ανατολή. «ΚΑΜΙΑ ΠΑΝΙΚΟΒΛΗΜΕΝΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ!» έγραψε στο X. «ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΕΙΤΕ ΤΟΝ ΤΡΑΜΠ!» Ο Πρόεδρος, μαζί με τον Ισραηλινό Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, σύντομα ακούστηκαν να επαινούν την ακρίβεια με την οποία είχαν «αποκεφαλίσει» την ιρανική ηγεσία και ισοπεδώσει στρατιωτικές, αστυνομικές και μυστικές υπηρεσίες.
Ο Ανώτατος Ηγέτης, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, και μεγάλο μέρος της ιρανικής ηγεσίας ασφαλείας δεν θα επιβίωναν την πρώτη μέρα των βομβαρδισμών· ούτε περίπου εκατόν εβδομήντα πέντε αθώοι στη νότια πόλη Μινάμπ, οι περισσότεροι παιδιά. Όταν ρωτήθηκε για ένα σχολείο θηλέων εκεί, που χτυπήθηκε πιθανότατα από αμερικανικό πύραυλο cruise, ο Τραμπ κατηγόρησε το Ιράν. «Είναι πολύ ανακριβείς, όπως ξέρετε, με τα πυρομαχικά τους», είπε.
Παλινωδίες, αντιφάσεις και στοχοποίηση του τύπου
Τώρα, καθώς ο πόλεμος έχει κατακλύσει τόσο την περιοχή, όσο και την παγκόσμια οικονομία, ο Τραμπ και οι δουλοπρεπείς σύμβουλοί του αυτοσχεδιάζουν διαρκώς, προβάλλοντας αντικρουόμενες δικαιολογίες για τον πόλεμο και προβλέψεις για τη διάρκειά του.
Οι Ιρανοί ήταν κοντά στο να αναπτύξουν πυραύλους που θα μπορούσαν να φτάσουν τις ΗΠΑ. (Δεν ήταν.) Ήταν εβδομάδες μακριά από την κατασκευή πυρηνικού όπλου. (Δεν ήταν.) Το Ισραήλ ανάγκασε την Αμερική να δράσει (Μάρκο Ρούμπιο). «Όχι, ίσως εγώ τους ανάγκασα» (Τραμπ). Όλο αυτό έχει να κάνει με την αλλαγή καθεστώτος (Τραμπ.) Δεν αφορά την αλλαγή καθεστώτος. (Τραμπ, αργότερα.)
Όταν αντιμετωπίζονται με αυτές τις αντιφάσεις και τα ψεύδη, όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου ακολουθούν το παράδειγμά του: κατηγορούν τα μέσα ενημέρωσης. Με αυξανόμενη συχνότητα, ο Τραμπ επιτίθεται σε δημοσιογράφους (ιδίως γυναίκες δημοσιογράφους). Μηνύει μέσα ενημέρωσης για… «πλάκα». Ο ιδιοκτήτης της Washington Post, -της εφημερίδας του Watergate-, έχει προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην ιδιοκτησία του απλώς και μόνο για να διατηρήσει καλές σχέσεις με τον Τραμπ.
Ενώ όμως ο Τραμπ έχει ελάχιστο σεβασμό για την ελευθερία του Τύπου, λαχταρά την αδιάκοπη προσοχή του. Η ανάγκη του έχει τη φύση εξάρτησης. «Στην Ουάσινγκτον αυτές τις μέρες, δύσκολα βρίσκεις δημοσιογράφο που να μην έχει τον αριθμό του κινητού του Αμερικανού προέδρου», σημειώνει χαρακτηριστικά το New Yorker.
«Λέγεται ότι η καλύτερη ώρα για να τον καλέσεις είναι αργά το βράδυ, όταν βλέπει τον εαυτό του στην τηλεόραση και γράφει παρορμητικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φορώντας πιτζάμες. Του αρέσει να συλλογίζεται μεγαλόφωνα και μετά να βλέπει αυτές τις σκέψεις να αντηχούν σε ξένες πρωτεύουσες και στις αγορές. Τελευταία, είναι πρόθυμος να πει οτιδήποτε. Ο πόλεμος θα τελειώσει σύντομα. Ή ίσως όχι. Δεν έχει σημασία. Κάθε ψευδο-αποκάλυψη είναι εφήμερη σαν εφημερόπτερο».
Δημοσιογραφία υπό διωγμό – Η άμεση απειλή της λογοκρισίας
Οι σύμβουλοί του, φυσικά, ξέρουν τι να κάνουν. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος έχει περιορίσει την πραγματική δημοσιογραφία στο Πεντάγωνο και έχει γεμίσει την αίθουσα Τύπου του με influencers και προπαγανδιστές, μίλησε πρόσφατα με τον συνήθη οργισμένο του τόνο, κατακεραυνώνοντας την κάλυψη του CNN ως «ψευδείς ειδήσεις» (fake news). Θα ήταν ευχαριστημένος, είπε, όταν η φιλική προς τον Τραμπ οικογένεια Έλισον, που έχει ήδη απορροφήσει το CBS News, αποκτήσει τελικά και το CNN.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Μπρένταν Καρ, -που διευθύνει την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών (FCC) για τον Τραμπ-, μπήκε πρόθυμα στη μάχη το περασμένο Σάββατο (14/3) απειλώντας να αφαιρέσει τις άδειες τηλεοπτικών δικτύων που, κατά την άποψή του, «διαδίδουν φάρσες και διαστρεβλώσεις ειδήσεων». Ο Τραμπ δήλωσε «ενθουσιασμένος» με το ξέσπασμα του Καρ. Στο Truth Social, κατηγόρησε «Εξαιρετικά Αντιπατριωτικούς ‘Ειδησεογραφικούς’ Οργανισμούς» ότι μεταδίδουν «ΨΕΜΑΤΑ». Ίσως, έγραψε, να διώξει ποινικά απείθαρχους δημοσιογράφους με «κατηγορίες για ΠΡΟΔΟΣΙΑ».
Επισημαίνεται ότι οι ανωτέρω απειλές του Καρ να αφαιρέσει άδειες δικτύων δεν έχουν νομικό βάρος. Ωστόσο, ο πιο άμεσος κίνδυνος είναι ότι οι ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης, -πλήρως συνειδητοποιημένοι για τις οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν-, θα μειώσουν σιωπηλά την κριτική κάλυψη της προεδρίας Τραμπ γενικά, και του πολέμου ειδικότερα. Θα φοβούνται μήπως βρεθούν έξω από τα όρια του «πατριωτικού».
Ο ιστορικός Γκάρι Γουίλς, σε ένα δοκίμιο για το βιβλίο του Φίλιπ Νάιτλι το 1975 σχετικά με τη δημοσιογραφία σε καιρό πολέμου, “The First Casualty”, έγραψε: «Μια φιλελεύθερη δημοκρατία υποκύπτει στην προπαγάνδα πιο εύκολα από ένα ολοκληρωτικό κράτος. Η αυτολογοκρισία είναι πάντα πιο αποτελεσματική από τη γραφειοκρατική λογοκρισία».
Η πιο σκληρή ειρωνεία είναι ότι ο Πρόεδρος που απευθύνεται στον ιρανικό λαό με τη γλώσσα της απελευθέρωσης, προτρέποντάς τον να αποτινάξει τον ζυγό ενός καθεστώτος που τον έχει καταπιέσει για δεκαετίες, είναι ο ίδιος άνθρωπος που απειλεί Αμερικανούς δημοσιογράφους με κατηγορίες προδοσίας και προσπαθεί να εξαναγκάσει τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς σε υποταγή.
Αφού διέλυσε μια πυρηνική συμφωνία στην πρώτη του θητεία και ξεκίνησε πόλεμο χωρίς σαφή στόχο στη δεύτερη, ο Τραμπ τώρα στρέφει τα πυρά του στο ένα πράγμα που δεν μπορεί να αφήσει όρθιο: την αλήθεια. Αυτό που διακυβεύεται είναι η παλαιότερη υπόσχεση της δημοκρατίας - ότι ο λαός μπορεί να ζητά από την κυβέρνησή του να λογοδοτεί για όσα πράττει στο όνομά του.






