Σύμφωνα με τέσσερις πηγές, η ΕΚΤ, η οποία διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια τον Απρίλιο, είχε ήδη συζητήσει το ενδεχόμενο αύξησης και είχε αφήσει να εννοηθεί ότι μια κίνηση στις 11 Ιουνίου είναι πιθανή, λόγω της παρατεταμένα υψηλής ενεργειακής επιβάρυνσης.
Η προοπτική του πληθωρισμού φαίνεται πλέον να κινείται προς το δυσμενές σενάριο της Τράπεζας, με τις τιμές να διαμορφώνονται γύρω στο 3%, αρκετά πάνω από τον στόχο του 2%. Οι πηγές σημειώνουν ότι η ΕΚΤ ενδέχεται να θεωρεί αναγκαία την παρέμβαση για λόγους αξιοπιστίας, δεδομένων των προηγούμενων μηνυμάτων της για πιθανή κίνηση.
Ακόμη και σε περίπτωση αποκλιμάκωσης γεωπολιτικών εντάσεων, οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι οι τιμές ενέργειας δύσκολα θα υποχωρήσουν άμεσα, καθώς απαιτείται χρόνος για την ομαλοποίηση της αγοράς.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι δεν έχει ληφθεί καμία τελική απόφαση και ότι η ΕΚΤ ενδέχεται να διατηρήσει στάση αναμονής για τον Ιούλιο, προκειμένου να αξιολογήσει νέα δεδομένα.
Το βασικό επιχείρημα υπέρ της προσεκτικής στάσης είναι η επιβράδυνση της ανάπτυξης και η ήδη πιο ήπια πληθωριστική πίεση σε σχέση με το 2022. Η οικονομική δραστηριότητα παραμένει εύθραυστη, ενώ δεν έχουν ακόμη φανεί δευτερογενείς επιπτώσεις από τις προηγούμενες αυξήσεις τιμών.
Οι πηγές σημειώνουν επίσης ότι η αδύναμη ανάπτυξη και η ενεργειακή αβεβαιότητα —ιδίως εάν επηρεάσουν καύσιμα όπως το jet fuel και το diesel— ενδέχεται να επιβαρύνουν περαιτέρω τις προοπτικές.
Συνολικά, ενώ οι αγορές προεξοφλούν νέες αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο επόμενο έτος, η πορεία της νομισματικής πολιτικής παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητη σε γεωπολιτικές εξελίξεις και στις τιμές ενέργειας, οι οποίες μπορούν να αλλάξουν άμεσα το σκηνικό.



